Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ως μέσο αποτελεσματικής εξυπηρέτησης των πολίτων : η περίπτωση της Ελλάδας

Master Thesis
Συγγραφέας
Βασιλακάκης, Γιάννης
Ημερομηνία
2026-03-27Επιβλέπων
Γεωργακέλλος, ΔημήτριοςΠροβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Τεχνητή νοημοσύνη ; Δημόσιος τομέας ; mAiGov ; Αποτελεσματική εξυπηρέτηση πολιτώνΠερίληψη
Μία από τις σημαντικότερες τεχνολογικές εξελίξεις (αν όχι η σημαντικότερη) αποτελεί η χρήση και αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης επηρεάζοντας καθοριστικά τη λειτουργία της κοινωνίας, της οικονομίας και των δημόσιων θεσμών. Υπό το πρίσμα του Δημόσιου Τομέα, η Τεχνητή Νοημοσύνη συνδέεται με τον ψηφιακό μετασχηματισμό και την ανάγκη για ένα κράτος πιο αποδοτικό, πιο αποτελεσματικό αλλά και πιο ανθρωποκεντρικό καθώς σκοπός του θα πρέπει να είναι πάντοτε η ποιοτική εξυπηρέτηση των πολιτών. Οι προσδοκίες των πολιτών συνεχώς αυξάνονται καθώς και η πολυπλοκότητα του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος. Γι’ αυτό και κρίνεται καθοριστικής σημασίας η υιοθέτηση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης που θα διευκολύνουν τις διεργασίες, θα απλοποιήσουν τον τρόπο λειτουργίας του Δημόσιου Τομέα και θα προσφέρουν καλύτερες υπηρεσίες και ταχύτερο χρόνο.
Με πολύ απλά λόγια, Τεχνητή Νοημοσύνη ορίζουμε ένα σύνολο τεχνολογιών που επιτρέπου σε συστήματα να συμπεριφέρονται «έξυπνα». Να λαμβάνουν δηλαδή δεδομένα (συνήθως μεγάλους όγκους δεδομένων), να τα επεξεργάζονται και τέλος να προτείνουν λύσεις ή ακόμη και να είναι οι τελικοί λήπτες των αποφάσεων. Διεθνείς Οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζουν ότι πριν την αξιοποίηση τέτοιων τεχνολογιών θα πρέπει να εξασφαλίζεται η διαφάνεια, η λογοδοσία, η ιδιωτικότητα και η αποφυγή διακρίσεων. Οι αρχές αυτές αποτελούν θεμελιώδη προϋπόθεση για την κοινωνική αποδοχή και τη βιώσιμη ενσωμάτωση της τεχνολογίας στη δημόσια διοίκηση.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό του κράτους και βελτιώνει την παραγωγικότητα ενώ έχει πολλαπλά οφέλη σε διάφορους τομείς του Δημόσιου Τομέα. Στον τομέα της Υγείας, μπορεί να συμβάλλει στην ακρίβεια των διαγνώσεων, στην πιο αποτελεσματική διαχείριση των πόρων αλλά και στην ανάπτυξη εξατομικευμένων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Στην εκπαίδευση, η Τεχνητή Νοημοσύνη προάγει την προσωποποιημένη μάθηση και μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότητα της μάθησης. Στις μεταφορές, ενισχύει την ασφάλεια και βελτιώνει την ποιότητα των μετακινήσεων ενώ σχετικά με τη Δημόσια Διοίκηση, μπορεί να μειώσει τη γραφειοκρατία και να επιταχύνει τις διαδικασίες.
Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, γίνονται προσπάθειες υιοθέτησης μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης κυρίως σε τομείς που αφορούν την εξυπηρέτηση των πολιτών. Ταυτόχρονα, καθώς το διεθνές στερέωμα γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστικό, οι ΕΕ επιδιώκει να πρωταγωνιστήσει και σε μοντέλα που βελτιώνουν την παραγωγικότητα ώστε οι Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Η γραφειοκρατία, οι κίνδυνοι καταπάτησης της ιδιωτικότητας και οι χρονοβόρες διαδικασίες δημιουργίας θεσμικού πλαισίου δυσκολεύουν πολύ το εγχείρημα αυτό.
Στην Ελλάδα παρατηρούνται δύο ταχύτητες αξιοποίησης της Τεχνητής Νοημοσύνης. Από τη μία, βλέπουμε μοντέλα όπως το myAiGov να πρωταγωνιστεί σε Ευρωπαϊκό επίπεδο για της υψηλής ποιότητας υπηρεσίες που προσφέρει στους πολίτες της. Από την άλλη, λύσεις για διαχρονικά προβλήματα όπως το κυκλοφοριακό ή την αποτελεσματική και ταχύτερη απόδοση της δικαιοσύνης, δεν έχουν βρεθεί ακόμη.
Οι στάσεις των πολιτών απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη αναδεικνύουν τη διττή φύση της τεχνολογίας. Από τη μία πλευρά, διαπιστώνεται θετική αντίληψη ως προς τη συμβολή της στην οικονομική ανάπτυξη και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Από την άλλη, εκφράζονται έντονες ανησυχίες σχετικά με την απώλεια θέσεων εργασίας, την προστασία της ιδιωτικότητας και τη χρήση της ΤΝ σε κρίσιμες αποφάσεις. Η περιορισμένη ενημέρωση των πολιτών και των εργαζομένων σχετικά με τη λειτουργία και τις επιπτώσεις της ΤΝ ενισχύει την αβεβαιότητα και υπογραμμίζει την ανάγκη για ενίσχυση της διαφάνειας και της συμμετοχικότητας.
Το κατάλληλο Θεσμικό Πλαίσιο και η σωστή Στρατηγική ενός κράτους μπορούν να αποτελέσουν καταλύτες για την αξιοποίηση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Η περίπτωση της Εσθονίας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ψηφιακά ώριμου κράτους, όπου η διαλειτουργικότητα των συστημάτων, η εμπιστοσύνη των πολιτών και η στρατηγική επένδυση στις ψηφιακές υποδομές έχουν οδηγήσει σε ένα αποτελεσματικό και ευέλικτο διοικητικό μοντέλο. Η σύγκριση με την ελληνική πραγματικότητα αναδεικνύει τόσο τις δυνατότητες όσο και τις προκλήσεις που συνοδεύουν τη μετάβαση σε ένα «έξυπνο» κράτος.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδεικνύεται ως βασικός μοχλός μετασχηματισμού της δημόσιας διοίκησης, με τη δυνατότητα να βελτιώσει την αποδοτικότητα, να ενισχύσει τη διαφάνεια και να αναβαθμίσει την εμπειρία του πολίτη. Ωστόσο, η επιτυχής ενσωμάτωσή της προϋποθέτει την ανάπτυξη κατάλληλων θεσμικών μηχανισμών, την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων και τη διασφάλιση της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Η μετάβαση προς ένα ευφυές και ανθρωποκεντρικό κράτος δεν αποτελεί μόνο τεχνολογική πρόκληση, αλλά και βαθιά θεσμική και πολιτισμική αλλαγή.


