Η απόδοση των αγοραστών σε συγχωνεύσεις & εξαγορές στην ελληνική αγορά

Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Συγχωνεύσεις - Εξαγορές ; 2005-2024 ; Ελληνική αγορά ; M&A ; Mergers and Acquisitions ; Σ&Ε ; Event studyΠερίληψη
Οι συγχωνεύσεις και οι εξαγορές (Σ&Ε) αποτελούν διαχρονικά αντικείμενο έντονου ερευνητικού ενδιαφέροντος, καθώς συνδέονται με κρίσιμες αποφάσεις εταιρικής στρατηγικής και με άμεσες επιπτώσεις στην αποτίμηση των επιχειρήσεων από τις κεφαλαιαγορές. Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη βραχυχρόνια χρηματιστηριακή επίδραση των ανακοινώσεων Σ&Ε στις αποδόσεις των αγοραστριών εταιρειών στην ελληνική αγορά κατά την περίοδο 2005–2024. Τα δεδομένα έχουν συλλεχθεί από τη βάση χρηματοοικονομικών δεδομένων FactSet και αφορούν ολοκληρωμένες συναλλαγές με εταιρεία στόχο επιχείρηση με έδρα την Ελλάδα. Μετά την εφαρμογή διαφόρων φίλτρων που υιοθετούνται κατά τη συνήθη πρακτική και τη διαθεσιμότητα ημερήσιων χρηματιστηριακών δεδομένων το τελικό δείγμα ανέρχεται σε 42 συμφωνίες. Αρχικά εφαρμόζεται η μεθοδολογία Ανάλυσης Συμβάντων (event study) για τον υπολογισμό μη κανονικών αποδόσεων (abnormal returns) και σωρευτικών μη κανονικών αποδόσεων (CAR/CAAR) σε προκαθορισμένα «παράθυρα» γύρω από την ημερομηνία ανακοίνωσης ( (0), (−1,+1), (−5,+5) και (−30,+30)), με σκοπό την αποτύπωση της άμεσης αντίδρασης της αγοράς στο νέο πληροφοριακό γεγονός και εξετάζεται η επίπτωση διαφόρων παραγόντων πάνω στις εν λόγω αποδόσεις. Οι παράγοντες αυτοί είναι ο τρόπος πληρωμής, η κλαδική συνάφεια μεταξύ αγοραστή και στόχου, το μέγεθος της συμφωνίας, η γεωγραφική διάσταση της συναλλαγής και η μακροοικονομική συγκυρία, με έμφαση στη διάκριση μεταξύ περιόδων κρίσης και ύφεσης (2009–2017) και περιόδων εκτός κρίσης (2005–2008 και 2018–2024). Στη συνέχεια, ακολουθεί πολυμεταβλητή ανάλυση μέσω παλινδρόμησης OLS, η οποία αξιοποιείται για τη διερεύνηση της συμβολής χαρακτηριστικών της συναλλαγής στη διαφοροποίηση των αποδόσεων των αγοραστών. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι, κατά μέσο όρο, οι σωρευτικές μη κανονικές αποδόσεις των αγοραστών είναι περιορισμένες, ενώ καταγράφεται τάση για σχετικά υψηλότερες αποδόσεις σε συναλλαγές με μετρητά, σε εγχώριες και οριζόντιες Σ&Ε, καθώς και σε αγορές χαμηλότερου ανταγωνισμού. Αντίθετα, κατά τα έτη της οικονομικής ύφεσης οι αποδόσεις των αγοραστών τείνουν να είναι χαμηλότερες. Συνολικά, τα αποτελέσματα συνεισφέρουν στη σχετική βιβλιογραφία προσφέροντας τεκμηρίωση από την ελληνική κεφαλαιαγορά και αναδεικνύοντας τη σημασία τόσο του σχεδιασμού της ανάλυσης συμβάντων όσο και της ετερογένειας των χαρακτηριστικών των συμφωνιών στην ερμηνεία των βραχυχρόνιων επιδράσεων. Τέλος, σημειώνεται ότι το μέγεθος του τελικού δείγματος, λόγω περιορισμών διαθεσιμότητας ημερήσιων δεδομένων, αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στην αξιολόγηση της στατιστικής ισχύος των αποτελεσμάτων.

