Παράνομα αποδεικτικά μέσα και προστασία του επικοινωνιακού απορρήτου
Illegally obtained evidence and the protection of the confidentiality of communications

Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Αποδεικτικές απαγορεύσεις ; Απόρρητο επικοινωνιών ; Άρθρο 19 Συντάγματος ; Άρθρο 177 παρ. 2 ΚΠΔ ; Άρση απορρήτου ; Ν. 5002/2022 ; Αρχή αναλογικότητας ; Δίκαιη δίκη ; Παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα ; Λογισμικά παρακολούθησηςΠερίληψη
Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη συστηματική σχέση μεταξύ του θεσμού των
αποδεικτικών απαγορεύσεων και της συνταγματικής προστασίας του απορρήτου των
επικοινωνιών στο σύγχρονο ελληνικό ποινικό δικονομικό περιβάλλον. Αφετηρία
αποτελεί η διαπίστωση ότι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας στην ποινική δίκη
δεν συνιστά απόλυτη δικαιική αξία, αλλά λειτουργία τελολογικά οριοθετημένη από την
προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, με προεξάρχουσα τη θέση του απορρήτου
της επικοινωνίας του άρθρου 19 του Συντάγματος. Η εργασία παρακολουθεί την
κανονιστική διαπλοκή ανάμεσα στην αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1
ΚΠΔ), τη ρητή απαγόρευση αξιοποίησης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων
(άρθρα 19 παρ. 3 Σ και 177 παρ. 2 ΚΠΔ), και την ποινική προστασία του απορρήτου
(άρθρο 370Α ΠΚ), με κριτική παρακολούθηση της νομολογίας του Αρείου Πάγου και
του ΕΔΔΑ. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη νομοθετική εξαίρεση του άρθρου 14 του ν.4637/2019, στην αναμόρφωση του πλαισίου άρσης του απορρήτου με τον ν.
5002/2022 μετά το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων μέσω κακόβουλου λογισμικού,
καθώς και στα ζητήματα που ανακύπτουν από τη χρήση ηλεκτρονικών δεδομένων
και τυχαίων ευρημάτων. Η μεθοδολογία συνδυάζει δογματική ανάλυση, συγκριτική
προσέγγιση με τη γερμανική θεωρία και κριτική παρακολούθηση της ευρωπαϊκής
νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ. Καταληκτικά διατυπώνονται προτάσεις για τη
συστηματική ενίσχυση του προστατευτικού πλέγματος και την αποκατάσταση της
δικαιοκρατικής ισορροπίας μεταξύ της ποινικής διωκτικής αποτελεσματικότητας και
του πυρηνικού περιεχομένου του δικαιώματος στην εμπιστευτική επικοινωνία.


