Κατασκοπευτικά λογισμικά υπό την Ευρωπαϊκή Ενωσιακή οπτική - Διαπιστωμένη χρήση και πρωτοβουλίες διαχείρισης

Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Κατασκοπευτικό λογισμικό ; Spyware ; Κακόβουλο λογισμικό ; Malware ; Ευρωπαϊκή Ένωση ; Pegasus ; Predator ; Κυβερνοασφάλεια ; Εθνική ασφάλεια ; Θεμελιώδη δικαιώματα ; Απόρρητο επικοινωνιών ; Προστασία προσωπικών δεδομένων ; GDPRΠερίληψη
Η παρούσα διπλωματική εργασία, έχει σκοπό, να εξετάσει τα υφιστάμενα κατασκοπευτικά λογισμικά υπό το Ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο, εστιάζοντας τόσο στις μορφές που εμφανίζονται, όσο και στις επιπτώσεις που προκαλούν σε μεμονωμένα άτομα ή κοινωνικές ομάδες, αναλύοντας τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν και αποτυπώνονται μέσα από παραδείγματα διαπιστωμένης χρήσης τους. Για το λόγο αυτό, αναλύεται το ισχύον θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στον τομέα που αφορά τα εν λόγω λογισμικά, ενώ παράλληλα αξιολογείται η αποδοτικότητα των σχετικών πρωτοβουλιών που έχουν αναπτυχθεί έως σήμερα. Εκτός από τη σχετική νομολογία στην ΕΕ, σαφώς και αναλύεται το σχετικό ισχύον εθνικό δίκαιο, καθόσον αυτό εναρμονίζεται και συμβαδίζει με το αντίστοιχο Ενωσιακό, αλλά αναζητούνται επίσης και άλλα νομοθετικά πλαίσια πέραν των αναφερομένων χώρων, είτε γιατί μπορεί να αποβούν χρήσιμα για την παραγωγή και εφαρμογή τους εντός της ΕΕ ή ακόμη να υπάρχει η γνώση τους σε περιπτώσεις που η ΕΕ απαιτηθεί να θεσπίσει ένα πλαίσιο, για αυτά όταν εισάγονται και χρησιμοποιούνται από τα Κράτη Μέλη. Η τεχνολογία κατασκευής κατασκοπευτικού λογισμικού επίσης, θα αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας μελέτης, τόσο γιατί αποτελεί μέρος του συνόλου μιας ευρύτερης τεχνολογικής ηλεκτρονικής δομής, όσο και το γεγονός ότι για ορισμένες τεχνικές και λογιστικά συστήματα, ήδη υπάρχουν κανονιστικά συστήματα στην ΕΕ που διέπουν τη λειτουργία τους. Έτσι έννοιες όπως αυτές του ηλεκτρονικού εμπορίου, απάτης με υπολογιστή, κυβερνοασφαλειας και Τεχνητής Νοημοσύνης, συμπεριλαμβάνονται λόγω άμεσης συνάφειας και συνύπαρξης με το εξεταζόμενο αντικείμενο. Επίσης, κρίνεται σκόπιμο, να υπάρχει αναφορά αλλά και διαχωρισμός στη χρήση του λογισμικού κατασκοπείας, όχι τόσο από την πλευρά των στόχων, αλλά κυρίως των φορέων εκμετάλλευσης του λογισμικού κατασκοπείας, με ιδιαίτερη μνεία σε κυβερνητικούς φορείς και υπηρεσίες επιβολής του νόμου, με αναφορά σε χαρακτηριστικές και αμφιλεγόμενες περιπτώσεις εφαρμογής τους. Στον πυρήνα της παρούσας μελέτης, ιδιαίτερο κεφάλαιο προς εξέταση, θα αποτελέσει το θέμα της παραβίασης και της προστασίας των ατομικών και κοινωνικών θεμελιωδών ελευθεριών, συνεξεταζόμενα με την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών και των προσωπικών δεδομένων.
Απώτερος σκοπός της διπλωματικής εργασίας, είναι μέσα από τα αποτελέσματα των πτυχών που εξετάζονται και αναλύονται, να εξαχθούν τεκμηριωμένα συμπεράσματα, τα οποία θα αποφαίνονται, κατά πόσο τα κανονιστικά και νομοθετικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επαρκούν για τη ρύθμιση της απόκτησης, λειτουργίας και εφαρμογής των κατασκοπευτικών λογισμικών, ή απαιτείται η ανάληψη περαιτέρω πρωτοβουλιών για την ενίσχυσή τους.


