Η εφαρμογή πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης στη λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον ελληνικό τουριστικό κλάδο

Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Βιώσιμη ανάπτυξη ; Μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής ; Βιώσιμες πρακτικές ; Οργανωσιακοί παράγοντες ; Ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ; Επίδοση της επιχείρησης ; Τουρισμός ; ΕλλάδαΠερίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει σε ποιον βαθμό οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής στην Ελλάδα εφαρμόζουν πρακτικές βιώσιμης ανάπτυξης, ποιοι εσωτερικοί οργανωσιακοί παράγοντες συνδέονται με την εφαρμογή τους και πώς αυτή συνδέεται με το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την επίδοση της επιχείρησης. Η έρευνα εστιάζει σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό τμήμα του ελληνικού τουριστικού κλάδου, καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής αποτελούν βασικό πυλώνα της τουριστικής δραστηριότητας. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούν συχνά υπό συνθήκες περιορισμένων οικονομικών, ανθρώπινων και οργανωσιακών πόρων, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξανόμενες πιέσεις από το θεσμικό πλαίσιο, την αγορά και την κοινωνία.
Η βιώσιμη ανάπτυξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τον τουρισμό, καθώς οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης, αλλά επεκτείνονται στους προορισμούς, στο ευρύτερο τουριστικό σύστημα και στην οικονομία συνολικά. Ωστόσο, για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, η βασική πρόκληση είναι πώς μπορούν να μετατρέψουν αυτές τις ευρύτερες αρχές σε συγκεκριμένες ενέργειες στην καθημερινή τους λειτουργία. Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως γενική πολιτική κατεύθυνση ή εξωτερική απαίτηση, αλλά ως επιχειρησιακή διαδικασία που χρειάζεται να ενσωματωθεί στη λειτουργία της επιχείρησης, ώστε να στηρίζει την ανταγωνιστικότητα, την αποδοτικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητά της.
Μεγάλο μέρος της υπάρχουσας βιβλιογραφίας έχει εξετάσει τις εξωτερικές πιέσεις που δέχονται οι επιχειρήσεις για να κινηθούν προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, όπως είναι οι θεσμικές απαιτήσεις, οι προσδοκίες των πελατών, οι κοινωνικές πιέσεις και τα ρυθμιστικά πλαίσια. Παρότι οι πιέσεις αυτές είναι σημαντικές, έχουν ήδη μελετηθεί εκτενώς σε προηγούμενες έρευνες. Για τον λόγο αυτό, η έμφαση μετατοπίζεται στο εσωτερικό περιβάλλον της επιχείρησης και στους οργανωσιακούς παράγοντες που διευκολύνουν ή περιορίζουν την υιοθέτηση σχετικών πρακτικών.
Η ανάλυση βασίζεται στο πλαίσιο των τριών πυλώνων της βιώσιμης ανάπτυξης (triple bottom line), το οποίο περιλαμβάνει την περιβαλλοντική, την κοινωνική και την οικονομική διάσταση. Επομένως, δεν περιορίζεται σε περιβαλλοντικές πρακτικές, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας και νερού ή η διαχείριση αποβλήτων, αλλά περιλαμβάνει και πρακτικές που συνδέονται με τους εργαζόμενους, τους επισκέπτες, την τοπική κοινότητα και τον προορισμό. Με τον τρόπο αυτό, η βιώσιμη ανάπτυξη εξετάζεται ως ευρύτερη επιχειρησιακή προσέγγιση και όχι αποκλειστικά ως περιβαλλοντική συμμόρφωση.
Επιπλέον, η έρευνα διαφοροποιείται από υφιστάμενες μελέτες που επικεντρώνονται κυρίως στη διερεύνηση αντιλήψεων, στάσεων ή προθέσεων απέναντι στη βιώσιμη ανάπτυξη. Αντίθετα, εστιάζει στην αποτύπωση συγκεκριμένων επιχειρησιακών πρακτικών που είτε έχουν υιοθετηθεί είτε δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μια πιο άμεση και σαφή εικόνα του βαθμού εφαρμογής των βιώσιμων πρακτικών, καθώς και της σχέσης τους με τους εσωτερικούς οργανωσιακούς παράγοντες, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την επίδοση της επιχείρησης.
Το ερευνητικό πλαίσιο της διατριβής διαμορφώθηκε μέσα από τον συνδυασμό θεωρητικών προσεγγίσεων και χαρτογραφικής ανασκόπησης της βιβλιογραφίας. Συγκεκριμένα, αξιοποιούνται η θεσμική θεωρία, η θεωρία των ενδιαφερόμενων μερών, η προσέγγιση που βασίζεται στους πόρους της επιχείρησης και η θεωρία των δυναμικών ικανοτήτων. Ο συνδυασμός αυτών των θεωριών επιτρέπει την κατανόηση της υιοθέτησης πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης τόσο ως απόκρισης σε εξωτερικές πιέσεις όσο και ως εσωτερικής οργανωσιακής διαδικασίας, η οποία εξαρτάται από τους πόρους, τις ικανότητες και τις στρατηγικές επιλογές της επιχείρησης.
Για τη συστηματική αποτύπωση των εσωτερικών παραγόντων που επηρεάζουν την υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών πραγματοποιήθηκε χαρτογραφική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας (scoping review), σύμφωνα με τις κατευθύνσεις PRISMA-ScR. Η ανασκόπηση περιλαμβάνει εμπειρικές μελέτες που βασίζονται σε πρωτογενή δεδομένα, ώστε το αναλυτικό πλαίσιο να στηριχθεί σε τεκμηριωμένα ερευνητικά ευρήματα και όχι αποκλειστικά σε θεωρητικές ή δευτερογενείς προσεγγίσεις. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προσδιορίστηκαν οι βασικοί εσωτερικοί παράγοντες που εξετάζονται στην εμπειρική έρευνα: η στρατηγική δέσμευση, η διαθεσιμότητα πόρων, οι γνώσεις και η ικανότητα εφαρμογής, ο τεχνολογικός και καινοτομικός προσανατολισμός και η συμμετοχή των εργαζομένων.
Η εμπειρική έρευνα βασίστηκε σε ποσοτική μεθοδολογία και σε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο απευθύνθηκε σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής στην Ελλάδα. Το τελικό αξιοποιήσιμο δείγμα διαμορφώθηκε σε 176 επιχειρήσεις, μετά την εφαρμογή των κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού. Τα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν για να εξεταστεί ο βαθμός υιοθέτησης πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης, οι εσωτερικοί παράγοντες που συνδέονται με την υιοθέτησή τους, καθώς και η σχέση των πρακτικών αυτών με το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την επίδοση της επιχείρησης.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι επιχειρήσεις του δείγματος υιοθετούν ευκολότερα πρακτικές που συνδέονται με την τοπική κοινότητα, τον προορισμό και την εμπειρία του επισκέπτη. Αντίθετα, χαμηλότερη υιοθέτηση καταγράφηκε στις περιβαλλοντικές πρακτικές και ιδιαίτερα στις πιο προηγμένες τεχνολογικές και κυκλικές λύσεις. Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με τις αυξημένες χρηματοδοτικές και τεχνικές απαιτήσεις που συχνά χαρακτηρίζουν αυτές τις πρακτικές. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στον βαθμό υιοθέτησης ανάλογα με το μέγεθος και τον τύπο λειτουργίας της επιχείρησης.
Ως προς τους εσωτερικούς οργανωσιακούς παράγοντες, ο τεχνολογικός και καινοτομικός προσανατολισμός και η συμμετοχή των εργαζομένων ήταν οι μόνοι παράγοντες που διατήρησαν στατιστικά σημαντική ανεξάρτητη σχέση με την υιοθέτηση πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης στο πλήρες μοντέλο. Αντίθετα, η στρατηγική δέσμευση, η διαθεσιμότητα πόρων και οι γνώσεις και η ικανότητα εφαρμογής συνδέθηκαν θετικά με την υιοθέτηση όταν εξετάστηκαν μεμονωμένα, αλλά δεν διατήρησαν στατιστικά σημαντική ανεξάρτητη σχέση στο πλήρες μοντέλο. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από την πρόθεση ή την ύπαρξη πόρων, αλλά κυρίως από την ικανότητα της επιχείρησης να μετατρέπει τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης σε συγκεκριμένες διαδικασίες και καθημερινές πρακτικές.
Επιπλέον, η υιοθέτηση πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης βρέθηκε να συνδέεται θετικά με την ανταγωνιστική θέση χαμηλού κόστους, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μοναδικότητας και υπεροχής της υπηρεσίας και την επίδοση της επιχείρησης. Οι αναλύσεις έμμεσης επίδρασης έδειξαν ότι η σχέση μεταξύ των πρακτικών αυτών και της επίδοσης εξηγείται κυρίως μέσω της ανταγωνιστικής θέσης χαμηλού κόστους, ενώ το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μοναδικότητας και υπεροχής της υπηρεσίας παρουσίασε σημαντική έμμεση επίδραση μόνο όταν εξετάστηκε ξεχωριστά. Τέλος, διαπιστώθηκε θετική σχέση και στην αντίστροφη κατεύθυνση, από την επίδοση της επιχείρησης προς την υιοθέτηση πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα υποδεικνύει την πιθανότητα οι επιχειρήσεις με θετικότερη μεταβολή στην επίδοσή τους να διαθέτουν μεγαλύτερο περιθώριο για περαιτέρω υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται αιτιακή σχέση.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η διατριβή συμβάλλει στη βιβλιογραφία αναδεικνύοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη ως διαδικασία μέσω της οποίας οι πόροι και οι ικανότητες της επιχείρησης αξιοποιούνται για την εφαρμογή βιώσιμων πρακτικών και τη δημιουργία ανταγωνιστικών και επιχειρησιακών οφελών. Σε πρακτικό επίπεδο, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης της τεχνολογικής ετοιμότητας, της συμμετοχής των εργαζομένων, της στοχευμένης υποστήριξης των μικρότερων επιχειρήσεων και της σύνδεσης των βιώσιμων πρακτικών με απτά λειτουργικά και ανταγωνιστικά οφέλη. Συνολικά, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η βιώσιμη ανάπτυξη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής δεν αποτελεί απλώς ζήτημα περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, αλλά στρατηγική διαδικασία που μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, την αποδοτικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα του ελληνικού τουριστικού τομέα.


