The complex nature of firms : a meta-theoretical approach
Η σύνθετη φύση των επιχειρήσεων : μία μετα-θεωρητική προσέγγιση

Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Θεωρία της επιχείρησης ; Σύνθετα προσαρμοστικά συστήματα ; Οικονομική μεθοδολογία ; Αναδόμηση εννοιολογικού-θεωρητικού πλαισίου ; Προβληματοποίηση ; Οντολογία ; Επιστημολογία ; Ανάλυση μεσο-επιπέδου ; Theory of the firm ; Complex adaptive systems ; Economic methodology ; Paradigm reconstruction ; Problematisation ; Ontology ; Epistemology ; Meso-level analysisΠερίληψη
Η παρούσα διδακτορική διατριβή συνιστά μία μετα-θεωρητική διερεύνηση (meta-theoretical inquiry) της φύσης των επιχειρήσεων. Σε αντίθεση με τη συμβατική θεωρία της επιχείρησης (conventional firm theory), η οποία αναλύει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων εντός ήδη κληρονομημένων πλαισίων (inherited frameworks), η μετα-θεωρητική διερεύνηση εξετάζει τις θεμελιώδεις παραδοχές (foundational assumptions) που καθορίζουν τι θεωρείται ότι είναι οι επιχειρήσεις, τι μπορεί να γνωσθεί γι’ αυτές και με ποιους θεμιτούς τρόπους μπορούν να αναλυθούν. Το ερευνητικό κίνητρο προκύπτει από μία επαναλαμβανόμενη διαδικασία: παρά τις δεκαετίες θεωρητικής βελτίωσης (refinement), οι υφιστάμενες θεωρίες εμφανίζουν επαναλαμβανόμενους ερμηνευτικούς περιορισμούς ως προς την προσαρμογή (adaptation), την καινοτομία (innovation), την ετερογένεια (heterogeneity) και τη δομική αστάθεια (structural instability), περιορισμούς που δεν αποτελούν συνέπειες εμπειρικών ανωμαλιών (empirical anomalies), αλλά απορρέουν από παραδοχές κληρονομημένες από ένα μηχανιστικό εννοιολογικό-θεωρητικό πλαίσιο αρχών (mechanistic paradigm), δηλαδή από ένα πλαίσιο που θέτει τις αρχές ανάπτυξης θεωριών, υποδειγμάτων και εφαρμογών. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις εμφανίζουν τις καθοριστικές ιδιότητες των σύνθετων προσαρμοστικών συστημάτων (complex adaptive systems), όπως η ανάδυση (emergence), η εξάρτηση από τη διαδρομή (path-dependence), η σχεσιακή συγκρότηση (relational constitution) και η θεμελιώδης αβεβαιότητα (fundamental uncertainty), η εννοιολογική τους αναδιαμόρφωση (reconceptualisation) απαιτεί παρέμβαση στο επίπεδο των θεμελιωδών παραδοχών και όχι βαθμιαία επέκταση (incremental extension).
Η διατριβή υιοθετεί ως μεθοδολογία την προβληματοποίηση (problematisation), δηλαδή τη δημιουργία θεωρητικών προσθηκών (generating theoretical contributions) μέσω συστηματικής αμφισβήτησης παραδοχών (systematic assumption-challenging) και όχι μέσω εντοπισμού κενών (gap-spotting). Ενώ ο εντοπισμός κενών επεκτείνει επιμέρους βιβλιογραφίες αφήνοντας ανέπαφες τις θεμελιώδεις δεσμεύσεις, η προβληματοποίηση διερευνά τις παραδοχές υποβάθρου (background assumptions), αξιολογεί ποιες χρήζουν αμφισβήτησης και αναπτύσσει συνεκτικές εναλλακτικές. Η μεθοδολογία αυτή είναι κατάλληλη, διότι οι περιορισμοί των υφιστάμενων θεωριών της επιχείρησης (firm theory) απορρέουν από μία διάταξη παραδοχών (assumptive configuration) που απαιτεί δομική παρέμβαση και όχι μεμονωμένη παρέμβαση.
Από αυτή τη σκοπιά αναδύεται το κύριο ερευνητικό ερώτημα (primary research question): Πώς θα πρέπει να αναδιαμορφωθεί εννοιολογικά η επιχείρηση όταν οι θεμελιώδεις παραδοχές της κυρίαρχης οικονομικής θεωρητικής ανάλυσης (mainstream economic theorising) προβληματοποιούνται συστηματικά και αναδομούνται ώστε να καταστούν συμβατές με την οπτική των σύνθετων προσαρμοστικών συστημάτων (complex adaptive systems perspective);
Το ερώτημα αυτό προέκυψε από τρεις διαπιστώσεις: πρώτον, ότι τα ερμηνευτικά προβλήματα αναδύονται υπό παραδοχές κατάλληλες για κλειστά, σταθερά και αποσυνθέσιμα περιβάλλοντα· δεύτερον, ότι οι αναλύσεις επιμέρους θεμάτων δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα που απορρέουν από βαθύτερες θεμελιώδεις δεσμεύσεις και, τρίτον, ότι η κριτική από μόνη της δεν αρκεί, καθώς οι εναλλακτικές απαιτούν ρητές παραδοχές-υποθέσεις αντικατάστασης (replacement assumptions).
Πέντε δευτερεύοντα ερωτήματα (subsidiary questions) εξειδικεύουν τη διερεύνηση: ο εντοπισμός παραδοχών και η διαγνωστική αξιολόγηση (SQ1-SQ2), καθώς και η οντολογική, επιστημολογική και μεθοδολογική αναδόμηση (SQ3-SQ5). Μέσω του πλαισίου μετασχηματισμού ΑΠΟ→ΠΡΟΣ (FROM→TO transformation framework), η διατριβή αναπτύσσεται σε τρεις κινήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στα διαγνωστικά, ανασκευαστικά (reconstructive) και αξιολογικά στάδια της προβληματοποίησης (problematisation).
Πρώτον, εντοπίζεται η αρχιτεκτονική των παραδοχών (assumptive architecture) της κυρίαρχης θεωρίας της επιχείρησης. Η αρχιτεκτονική αυτή συγκροτείται από δεκαπέντε αλληλοδιαπλεκόμενες παραδοχές, κατανεμημένες μεταξύ του «σκληρού πυρήνα» κατά Lakatos (Lakatosian hard core), δηλαδή θεμελιωδών δεσμεύσεων που αντιμετωπίζονται ως μεθοδολογικά αδιάψευστες (methodologically irrefutable), και της προστατευτικής ζώνης (protective belt). Ο σκληρός πυρήνας αποτελείται από πέντε οντολογικές παραδοχές: αναγωγισμός (reductionism), ντετερμινισμός (determinism), οντολογία της ουσίας (substance ontology), παραδοχή συστημικής πληρότητας και περιχαράκωσης (closure) και ατομισμός (atomism). Περιλαμβάνει επίσης τέσσερις επιστημολογικές παραδοχές: βεβαιότητα (certainty), καθολικοί νόμοι (universal laws), μονισμός (monism) και τέλεια πληροφόρηση (perfect information). Η προστατευτική ζώνη περιλαμβάνει έξι παράγωγες δεσμεύσεις: ισορροπία (equilibrium), γραμμικότητα (linearity), ομοιογένεια (homogeneity), εργοδικότητα (ergodicity), βελτιστοποίηση (optimisation) και αποσυνθεσιμότητα (decomposability). Τρεις βρόχοι ενισχυτικής ανατροφοδότησης (reinforcing feedback loops) διαπλέκονται σε κόμβους υψηλής κεντρικότητας (high-centrality nodes), παράγοντας μία τριπλά κλειδωμένη αρχιτεκτονική (triple-locked architecture) που εξηγεί γιατί η αποσπασματική μεταρρύθμιση (piecemeal reform) αποτυγχάνει: ο διατηρούμενος σκληρός πυρήνας αναπαράγει τις αμφισβητούμενες παράγωγες δεσμεύσεις ή απορροφά τις τροποποιήσεις ως ειδικές περιπτώσεις (special cases).
Δεύτερον, αναπτύσσεται ένα εναλλακτικό θεμελιώδες πλαίσιο παραδοχών (alternative assumption ground) μέσω συντονισμένων μετασχηματισμών ΑΠΟ→ΠΡΟΣ (FROM→TO transformations). Σε οντολογικό επίπεδο, η αναδυόμενη ολότητα (emergent wholeness) αντικαθιστά τον αναγωγισμό (reductionism), η οντολογία της διαδικασίας (process ontology) αντικαθιστά την οντολογία της ουσίας (substance ontology), η σχεσιακή πρωτοκαθεδρία (relational primacy) αντικαθιστά τον ατομισμό (atomism), η θερμοδυναμική ανοικτότητα (thermodynamic openness) αντικαθιστά την παραδοχή συστημικής πληρότητας και περιχαράκωσης (closure), και το μεσο-επίπεδο (meso-level) αποκαθίσταται ως προνομιακή αναλυτική κλίμακα (privileged analytical scale). Σε επιστημολογικό επίπεδο, η θεμελιώδης αβεβαιότητα (fundamental uncertainty) αναγνωρίζεται ως οντολογική συνθήκη, η πλοήγηση βάσει προτύπων (pattern-based navigation) αντικαθιστά τη γνώση που εστιάζει στην πρόβλεψη (prediction-centred knowledge), και η πλαισιωμένη ορθολογικότητα (scaffolded rationality) αντικαθιστά την απεριόριστη βελτιστοποίηση (unbounded optimisation). Σε μεθοδολογικό επίπεδο, ο δομημένος πλουραλισμός (structured pluralism) αντικαθιστά τον μονισμό (monism). Οι εναλλακτικές αυτές συγκροτούν μία αμοιβαία ενισχυόμενη αρχιτεκτονική, καθώς η ανάδυση (emergence) προϋποθέτει σχεσιακή συγκρότηση (relational constitution), η οντολογία της διαδικασίας (process ontology) συνεπάγεται ανοικτότητα (openness), και η θεμελιώδης αβεβαιότητα (fundamental uncertainty) απορρέει από τη μη εργοδικότητα (non-ergodicity), συγκροτώντας έτσι έναν σκληρό πυρήνα κατά Lakatos (Lakatosian hard core) ως γνήσια εναλλακτική στο επίπεδο του εννοιολογικού-θεωρητικού πλαισίου.
Τρίτον, αξιολογείται κατά πόσον η εναλλακτική αυτή παράγει μία πειστική θεωρητική σύλληψη. Η εννοιολογική αυτή αναδιαμόρφωση (reconceptualisation) αποδίδει μία μετασχηματισμένη κατανόηση των επιχειρήσεων ως ιστορικά εξελισσόμενων, ανοικτών, πολυεπίπεδων διαδικασιακών προτύπων (process-patterns), δηλαδή ως σχεσιακά συγκροτημένων διαμορφώσεων (relationally constituted configurations), των οποίων η ταυτότητα συνίσταται σε αυτοαναπαραγόμενη δραστηριότητα και όχι σε σταθερή ουσία (fixed essence), των οποίων τα όρια λειτουργούν ως εκλεκτικές μεμβράνες (selective membranes), των οποίων οι ικανότητες αναδύονται από σχεσιακές διαμορφώσεις (relational configurations), και των οποίων η εξέλιξη ακολουθεί τροχιές εξαρτώμενες από τη διαδρομή (path-dependent trajectories). Ιδιότητες που οι μηχανιστικές παραδοχές (mechanistic assumptions) καθιστούν αόρατες, όπως η ανάδυση (emergence), η αιτιακή επίδραση του όλου στα μέρη (downward causation), η εξάρτηση από τη διαδρομή (path-dependence) και η προσαρμοστική ένταση (adaptive tension), καθίστανται πλέον αναλυτικά προσβάσιμες.
Η εννοιολογική αυτή αναδιαμόρφωση μετασχηματίζει όχι μόνο τις απαντήσεις, αλλά και την ίδια τη φύση των ερωτημάτων. Στη στρατηγική διοίκηση (strategic management), το βιώσιμο πλεονέκτημα (sustainable advantage) παραχωρεί τη θέση του στην προσαρμοστική ικανότητα (adaptive capacity), ενώ η στρατηγική (strategy) καθίσταται πλοήγηση (navigation) αντί βελτιστοποίησης (optimisation). Στον οργανωσιακό σχεδιασμό (organisational design), η παρέμβαση που στηρίζεται στον έλεγχο (control-based intervention) παραχωρεί τη θέση της στη διαμόρφωση συνθηκών που επιτρέπουν την ανάδυση (enabling conditions for emergence). Στην οικονομική μεθοδολογία (economic methodology), ο θεωρητικός μονισμός (theoretical monism) υποχωρεί υπέρ ενός δομημένου πλουραλισμού (structured pluralism) υπό ρητώς καθορισμένους όρους ισχύος και εφαρμογής (explicit scope conditions).
Η διατριβή αναπτύσσεται υπό ρητούς περιορισμούς (explicit constraints), οι οποίοι συνιστούν επιλογές σχεδιασμού (design choices) κατάλληλες για εργασία στο επίπεδο του εννοιολογικού-θεωρητικού πλαισίου (Ρaradigm-level work): καθαρή θεωρία (pure theory) χωρίς εμπειρική δοκιμή (empirical testing), δεδομένου ότι η θεμελιώδης αναδόμηση πρέπει να προηγείται κάθε ουσιαστικού ελέγχου· περιορισμό του πεδίου στην επιχείρηση ως σύνθετο προσαρμοστικό σύστημα (firm-as-CAS) στο μεσο-επίπεδο (meso-level)· και περιορισμένες αξιώσεις πρόβλεψης (modest predictive ambitions) υπό συνθήκες μη εργοδικότητας (non-ergodicity). Οι περιορισμοί αυτοί δεν συνιστούν αδυναμίες, αλλά διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω ερευνητικά προγράμματα, όπως η εμπειρική διερεύνηση φαινομένων του μεσο-επιπέδου, η περαιτέρω μεθοδολογική εξειδίκευση του δομημένου πλουραλισμού (structured pluralism) και η ανάπτυξη ερευνών μελετών περίπτωσης (case-based research) που προσεγγίζουν τις επιχειρήσεις ως εξελισσόμενα πρότυπα οργανωμένων διεργασιών (process-patterns). Τα προγράμματα αυτά καθίστανται εφικτά μέσω της αναδομητικής αλληλουχίας (reconstructive cascade) που εισάγει η διατριβή.


