Contribution in technical problem-solving using Life Cycle Analysis and Multi-criteria Decision-Making Models : applications to the energy sector
Συμβολή στην ανάπτυξη τεχνικών λύσεων χρησιμοποιώντας Ανάλυση Κύκλου Ζωής και Πολυκριτηριακά Μοντέλα Λήψης Αποφάσεων : εφαρμογές στον ενεργειακό τομέα

Doctoral Thesis
Συγγραφέας
Σαγάνη, Αγγελική
Sagani, Angeliki
Ημερομηνία
2025-12Επιβλέπων
Δεδούσης, ΒασίλειοςΠροβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Renewable and hybrid energy systems ; Life Cycle Assessment (LCA) ; Technoeconomic analysis ; Multi-Criteria Decision Making ; Circular economy ; End-of-life management of renewable technologiesΠερίληψη
Η μετάβαση προς χαμηλού άνθρακα και οικονομικά αποδοτικά ενεργειακά συστήματα αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για την Ελλάδα, μια χώρα με σημαντικό δυναμικό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά συστήματα συνιστούν βασικούς πυλώνες για την πλήρη απανθρακοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής, στο πλαίσιο της κυκλικής οικονομίας. Ωστόσο, παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά κενά γνώσης και πρακτικοί περιορισμοί. Οι περισσότερες μελέτες Ανάλυσης Κύκλου Ζωής (ΑΚΖ) των συστημάτων ΑΠΕ επικεντρώνονται κυρίως στο στάδιο της λειτουργίας τους, παραβλέποντας τη σημαντική πρωτογενή κατανάλωση ενέργειας και τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται με τα στάδια παραγωγής, μεταφοράς, εγκατάστασης και διαχείρισης στο τέλος ζωής των συστημάτων. Επιπρόσθετα, τα διαθέσιμα δεδομένα προσαρμοσμένα στην ελληνική αγορά είναι περιορισμένα, ενώ η περιβαλλοντική απόδοση προηγμένων τεχνολογιών, όπως τα φωτοβολταϊκά τρίτης γενιάς, οι υπεράκτιες ανεμογεννήτριες και τα υβριδικά συστήματα ηλεκτροπαραγωγής πολλαπλών πηγών (συμβατικών και ανανεώσιμων), έχει αξιολογηθεί ελλιπώς. Παράλληλα, οι υποδομές ανακύκλωσης ή/και επαναχρησιμοποίησης παραμένουν ανεπαρκείς, ενώ η έλλειψη ολοκληρωμένων πολιτικών πλαισίων περιορίζει περαιτέρω την εφαρμογή των αρχών της κυκλικής οικονομίας και την ευρεία διάδοση των τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας.
Η παρούσα Διδακτορική Διατριβή αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των ανωτέρω προκλήσεων μέσω της ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου, πολυδιάστατου μεθοδολογικού πλαισίου για την αξιολόγηση και τη βελτιστοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από συμβατικά ορυκτά καύσιμα και ανανεώσιμες πηγές. Η προτεινόμενη μεθοδολογία ενσωματώνει το σχεδιασμό, τη μοντελοποίηση και τη βελτιστοποίηση ενεργειακών συστημάτων, εμπεριστατωμένη οικονομική και περιβαλλοντική αξιολόγηση βάσει των αρχών του κύκλου ζωής, καθώς και πολυκριτηριακή λήψη αποφάσεων. Η ολοκληρωμένη αυτή προσέγγιση από-σκοπεί στον καθορισμό των τεχνολογικών διαμορφώσεων υβριδικών συστημάτων παραγωγής ενέργειας, την προσομοίωση της λειτουργίας τους υπό πραγματικά μετεωρολογικά δεδομένα και περιορισμούς του δικτύου, εφαρμόζοντας τη στρατηγική παρακολούθησης φορτίου (load following dispatch). Η οικονομική ανάλυση βιωσιμότητας αξιολογεί τις ενεργειακές επενδύσεις ενσωματώνοντας βασικούς δείκτες απόδοσης όπως η Καθαρή Παρούσα Αξία (Net Present Value, NPV), o Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης (Internal Rate of Return, IRR), και το Σταθμισμένο Κόστος Παραγωγής Ενέργειας (Levelized Cost of Energy, LCOE). Η Ανάλυση Κύκλου Ζωής (Life Cycle Assessment, LCA) είναι ένα σημαντικό εργαλείο περιβαλλοντικής διαχείρισης που αξιολογεί την περιβαλλοντική απόδοση σε όλα τα στάδια ζωής του συστήματος (σχεδιασμός, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία και απόσυρση), βοηθώντας στη λήψη βιώσιμων αποφάσεων και συγκρίνοντας εναλλακτικές λύσεις. Το σύνολο των επιπτώσεων αξιολογείται ποσοτικά σε τομείς ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, όπως η κλιματική αλλαγή, η χρήση μη ανανεώσιμης ενέργειας, η καταστροφή του όζοντος, η ανθρώπινη υγεία, η εξάντληση των ορυκτών πόρων, κτλ. Τέλος, η πολυκριτηριακή λήψη αποφάσεων (Multi-Criteria Decision Making, MCDM) παρέχει συστηματική αξιολόγηση ανταγωνιστικών στόχων και προτεραιοτήτων των ενδιαφερόμενων μερών, διευκολύνοντας τη βιώσιμη επιλογή στρατηγικών. Το ολοκληρωμένο αυτό πλαίσιο αποτελεί ένα ευέλικτο εργαλείο, ικανό να υποστηρίζει τόσο την ανάλυση σε επίπεδο έργου όσο και τον στρατηγικό ενεργειακό σχεδιασμό σε εθνικό επίπεδο.
Η εφαρμογή του προτεινόμενου μεθοδολογικού πλαισίου σε πολλαπλές περιπτώσεις μελέτης, σε διάφορες κλίμακες, έδειξε ότι σε επίπεδο κτιρίου τα συνδεδεμένα με το δίκτυο φωτοβολταϊκά συστήματα ισχύος 5 -10 kWp είναι οικονομικά βιώσιμα, ενώ παράλληλα συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό στη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου και την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής τους. Τα συστήματα με εγκατεστημένη ισχύ που δεν ξεπερνά τα 5 KWp κρίθηκαν μη οικονομικά αποδοτικά λόγω υψηλού αρχικού κόστους και χαμηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, τονίζοντας την ανάγκη μείωσης του κόστους κατασκευής των φωτοβολταϊκών πάνελ, καθώς και του εξοπλισμού «Ισορροπίας Συστήματος», σε συνδυασμό με μηχανισμούς στήριξης που θα παρέχουν κίνητρα στους παραγωγούς να ανταποκριθούν στις εξελίξεις της αγοράς. Τα πλήρως αυτόνομα υβριδικά συστήματα, που ενσωματώνουν φωτοβολταϊκά, γεννήτρες ντίζελ, συστήματα αποθήκευσης, και θερμική ενέργεια από βιομάζα, κρίθηκαν ως οι πλέον κατάλληλες λύσεις για αποκεντρωμένη ηλεκτροπαραγωγή σε απομακρυσμένα νοικοκυριά, προσφέροντας υψηλή τεχνική απόδοση, ενεργειακή ασφάλεια και αξιοπιστία, καθώς και βελτιωμένη περιβαλλοντική απόδοση.
Σε επίπεδο κοινότητας, οι υβριδικοί σταθμοί παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που συνδυάζουν αιολική και ηλιακή ενέργεια, συσσωρευτές και γεννήτριες ντίζελ, παρέχουν αξιόπιστες, οικονομικά αποδοτικές και βιώσιμες λύσεις για τα απομονωμένα νησιά του Αιγαίου. Στη Λέσβο, την Κάρπαθο και την Αστυπάλαια, η ανανεώσιμη παραγωγή καλύπτει πάνω από 90% της ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ η γεννήτρια ντίζελ λειτουργεί ως εφεδρεία. Τα συστήματα αποθήκευσης (συσσωρευτές) εξισορροπούν τη μεταβλητότητα παραγωγής και ζήτησης, ενώ η ύπαρξη σημαντικού πλεονάσματος ηλεκτρικής ενέργειας άνω του 40% υπογραμμίζει τη δυνατότητα για επιπλέον αποθήκευση ή ευέλικτη χρήση. Τα συστήματα αυτά επιτυγχάνουν ανταγωνιστικό κόστος παραγόμενης ενέργειας, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ 0.12–0.15 €/kWhe, ενώ, παράλληλα, μειώνουν τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου άνω του 92%, υποστηρίζοντας τη νέα εποχή ενεργειακής μετάβασης και το «πρασίνισμα» / απανθρακοποίηση των μη διασυνδεδεμένων νησιών.
Σε επίπεδο εθνικού δικτύου, οι θερμικοί σταθμοί ηλεκτροπαραγωγής παραμένουν οι κύριοι παράγοντες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, κυρίως όσον αφορά στην κλιματική αλλαγή πλανήτη και τη χρήση μη ανανεώσιμης ενέργειας, ενώ οι ανανεώσιμες πηγές, όπως η αιολική, η ηλιακή, τα μικρά υδροηλεκτρικά και οι μονάδες βιομάζας, παρέχουν μετρήσιμη αλλά σημαντική δυνατότητα μείωσης των εκπομπών. Σενάρια με υψηλή διείσδυση ανανεώσιμης ενέργειας υποδεικνύουν σημαντικές μειώσεις στις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου και της πρωτογενούς κατανάλωσης ενέργειας, αναδεικνύοντας τη σημασία του βέλτιστου σχεδιασμού, και στρατηγικών βασισμένων στον κύκλο ζωής. Οι υποδομές μεταφοράς και οι απώλειες στο δίκτυο συνεισφέρουν σημαντικά στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αν και η συμβολή τους παραμένει μικρότερη σε σχέση με τις επιπτώσεις από την παραγωγή ενέργειας στην ηπειρωτική χώρα και τα αυτόνομα Ελληνικά νησιά.
Κρίσιμο στοιχείο για την επίτευξη βιώσιμων ενεργειακών μεταβάσεων αποτελεί η φάση τέλους ζωής των ανανεώσιμων τεχνολογιών παραγωγής ενέργειας. Η διάθεση, η ανακύκλωση ή η επαναχρησιμοποίηση π.χ. των πτερυγίων των ανεμογεννητριών, επηρεάζει σημαντικά την περιβαλλοντική και οικονομική τους απόδοση. Η συνδυαστική εφαρμογή της Ανάλυσης Κύκλου Ζωής και της Πολυκριτηριακής Μεθοδολογίας Λήψης Αποφάσεων κατέδειξε ότι η επαναχρησιμοποίηση των σύνθετων υλικών των πτερυγίων, καθώς και η μηχανική ανακύκλωση του σκυροδέματος θεμελίωσης των ανεμογεννητριών, αποτελούν τις πιο αποτελεσματικές στρατηγικές στο τέλος ζωής, μειώνοντας τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου, την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας, τη χρήση γης, και το κόστος διαχείρισης αποβλήτων. Η ενεργοβόρα χημική ή θερμική ανακύκλωση, ιδίως όταν περιλαμβάνει μεταφορές σε μεγάλες αποστάσεις, αποδείχθηκε λιγότερο αποδοτική. Η ενσωμάτωση στρατηγικών επαναχρησιμοποίησης, σχεδίασης για ανακύκλωση, και πρόληψης δημιουργίας αποβλήτων δύναται να ελαχιστοποιήσει τη χρήση φυσικών πόρων, και να μειώσει την απώλεια βιοποικιλότητας. Η εφαρμογή οικονομικών κινήτρων μπορεί περαιτέρω να ενισχύσει την υιοθέτηση αυτών των πρακτικών.
Εν κατακλείδι, η επίτευξη βιώσιμων ενεργειακών μεταβάσεων δεν περιορίζεται στην ανάπτυξη καθαρών μορφών ενέργειας, αλλά απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση που ενσωματώνει το σχεδιασμό και την τεχνολογική βελτιστοποίηση, τις αρχές της κυκλικής οικονομίας, τη στρατηγική διαχείριση των συστημάτων αποθήκευσης, την εφαρμογή κατάλληλων οικονομικών κινήτρων και τη λήψη αποφάσεων βάσει ανάλυσης κύκλου ζωής. Η παρούσα διατριβή συμβάλλει ουσιαστικά στη βελτιστοποίηση και αξιολόγηση ενεργειακών συστημάτων σε πολλαπλές κλίμακες, παρέχοντας εμπεριστατωμένα στοιχεία για μια οικονομικά αποδοτική, αξιόπιστη και καθοδηγούμενη από τις αρχές της κυκλικής οικονομίας απανθρακοποίηση, από το επίπεδο των κτιρίων και των κοινοτήτων έως τα νησιωτικά μικροδίκτυα και το εθνικό ηλεκτρικό δίκτυο.


