Ρυθμιστικό δίκαιο και συμπεριφορική χρηματοοικονομική
Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Συμπεριφορική χρηματοοικονομική ; Συμπεριφορικά οικονομικά ; Δίκαιο κεφαλαιαγοράςΠερίληψη
Οι θεωρητικές αδυναμίες και οι εμπειρικές προκλήσεις της Θεωρίας της Αποτελεσματικής Αγοράς δημιούργησαν το έδαφος για την γέννηση της Συμπεριφορικής Χρηματοοικονομικής, η οποία εδώ και δεκαετίες τονίζει ότι η πληροφόρηση δεν μπορεί να εξασφαλίσει από μόνη της την ομαλή λειτουργία των κεφαλαιαγορών. Φούσκες τιμών, ημερολογιακές ανωμαλίες, αλλά και επαναλαμβανόμενες ανορθολογικές πρακτικές εκ μέρους των επενδυτών εκθέτουν καταφανώς το δογματισμό της παραδοσιακής χρηματοοικονομικής θεωρίας, η οποία ωστόσο παραμένει κρατούσα.
Η περιορισμένη ορθολογικότητα των ατόμων, βασική διαπίστωση των Συμπεριφορικών Οικονομικών, αναπόφευκτα επηρέασε και το ρόλο του Δικαίου. Η αύξηση της ζήτησης για εντονότερη ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη οδήγησε στο νέο δικαϊκό ρεύμα της συμπεριφορικής οικονομικής ανάλυσης του Δικαίου. Ταυτόχρονα, όμως, επανέφερε το ζήτημα του νομικού κηδεμονισμού και τις ενστάσεις για τις συνέπειές του στην αυτονομία και στην ευημερία των ατόμων. Η ανάπτυξη των θεωριών του ήπιου πατερναλισμού και κυρίως της θεωρίας περί νυγμών αποτελεί ίσως την απάντηση στην παραπάνω διαμάχη, χωρίς πάντως να απουσιάζουν και από εδώ οι επικριτικές φωνές.
Στο πεδίο του ενωσιακού Δικαίου Κεφαλαιαγοράς, είναι σαφές πως η ενημέρωση των επενδυτών από τους εκδότες και τις ΑΕΠΕΥ συνιστά τη βασική στρατηγική του νομοθέτη. Ωστόσο, ο όγκος των παρεχόμενων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την τεχνική γλώσσα διατύπωσής τους προκαλούν μάλλον σύγχυση, παρά βεβαιότητα. Πιο κοντά στις αρχές της Συμπεριφορικής Χρηματοοικονομικής βρίσκονται οι ρυθμίσεις για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των επενδυτικών μέσων, ιδίως μετά τη βελτίωση του σχετικού πλαισίου με τη θέση σε ισχύ της MiFID II.
Τα αναμφισβήτητα κενά του ισχύοντος καθεστώτος καθιστούν αναγκαία τη λήψη νομοθετικών πρωτοβουλιών. Η νέα προσέγγιση θα πρέπει να περιλαμβάνει την καλύτερη κατηγοριοποίηση των επενδυτών, την πρόταξη της ποιότητας έναντι της ποσότητας των πληροφοριών, την έμφαση στους κινδύνους της κεφαλαιαγοράς και την παρουσίασή τους με τρόπο εύληπτο για τους ιδιώτες επενδυτές. Εκτός από τους πληροφοριακούς νυγμούς, χρήσιμο εργαλείο θα μπορούσαν να αποτελέσουν και οι κανόνες προεπιλογής, μέσω των οποίων είναι δυνατή η επιβολή αυξημένων δεσμεύσεων στις ΑΕΠΕΥ, στους εκδότες, αλλά και στους ίδιους τους επενδυτές. Πλάι στις ρυθμιστικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα σημαντικός αναδεικνύεται και ο ρόλος της χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης, καθώς οι κακές επενδυτικές επιλογές φαίνεται να συνδέονται ως ένα βαθμό με το πρόβλημα του χρηματοοικονομικού αναλφαβητισμού.