Πλαίσιο μοντελοποίησης για την υποστήριξη της μακροπρόθεσμης στρατηγικής ανακαίνισης της Ελλάδας με ορίζοντα το 2050
A modelling framework in support of the Greek long-term renovation strategy towards 2050

Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Ενεργειακή μοντελοποίηση ; Οικιακός τομέας ; Eνεργειακή μετάβαση ; Αντλίες θερμότητας ; Ανακαινίσεις κτηρίων ; Εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα ; Ενεργειακή πολιτική ; Ενεργειακή αποδοτικότητα ; Κλιματική πολιτικήΠερίληψη
Η κλιματική αλλαγή και η ανάγκη επίτευξης των στόχων κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050 καθιστούν αναγκαία την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Ο κτηριακός τομέας, και ιδιαίτερα ο οικιακός τομέας, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών ενεργειακών και περιβαλλοντικών στόχων, καθώς αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό της τελικής κατανάλωσης ενέργειας και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την ενεργειακή μετάβαση του ελληνικού οικιακού τομέα έως το 2050, σύμφωνα με τους στόχους που περιγράφονται στο αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ-2024).
Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκε το υπολογιστικό εργαλείο προσομοίωσης “DREEM” (“Dynamic high-Resolution dEmand-sidE Management”), το οποίο επιτρέπει τη λεπτομερή αναπαράσταση του οικιακού τομέα μέσω τυπολογιών κατοικιών που διαφοροποιούνται ως προς την κλιματική ζώνη, την περίοδο κατασκευής, τα χαρακτηριστικά του κελύφους, και τα συστήματα θέρμανσης. Μέσω της παραμετροποίησης του μοντέλου με δεδομένα για την Ελλάδα, προσομοιώθηκε το σενάριο επίτευξης των στόχων του ΕΣΕΚ-2024 και εκτιμήθηκαν οι ενεργειακές, περιβαλλοντικές, και οικονομικές επιπτώσεις της εφαρμογής του.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η τελική κατανάλωση ενέργειας του οικιακού τομέα μειώνεται από περίπου 4.608 ktoe το 2022 σε 2.678 ktoe το 2050, παρουσιάζοντας συνολική μείωση της τάξης του 42%. Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική μεταβολή του ενεργειακού μείγματος, με πλήρη κατάργηση του πετρελαίου θέρμανσης, δραστικό περιορισμό της χρήσης φυσικού αερίου, και σημαντική αύξηση της συμμετοχής της ηλεκτρικής ενέργειας και της βιομάζας. Οι αντλίες θερμότητας αποτελούν την κυρίαρχη τεχνολογία θέρμανσης έως το 2050, ενώ παράλληλα, εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθούν περίπου 1,9 εκατ. ανακαινίσεις κελύφους έως το 2050, οι οποίες συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση των ενεργειακών αναγκών των κατοικιών.
Σχετικά με το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, οι ετήσιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μειώνονται από περίπου 13,6 Mt CO2 το 2022 σε 0,35 Mt CO2 το 2050, αντιστοιχώντας σε μείωση περίπου 97%. Επιπλέον, εκτιμάται ότι αποφεύγεται η έκλυση περίπου 142 Mt CO2 έως το 2050 σε σύγκριση με ένα σενάριο διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης. Η ανάλυση ανά κλιματική ζώνη δείχνει σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς την ένταση των παρεμβάσεων και το δυναμικό εξοικονόμησης, με την «Κλιματική Ζώνη Β» να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος των απαιτούμενων παρεμβάσεων λόγω του μεγέθους του οικιστικού της αποθέματος.
Η οικονομική αξιολόγηση δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, με το συνολικό προ-εξοφλημένο κόστος των παρεμβάσεων να ανέρχεται σε περίπου 23,5 δισ. €. Ωστόσο, τα μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη είναι σημαντικά, καθώς η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και των επιβαρύνσεων που σχετίζονται με το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) οδηγούν σε ουσιαστική εξοικονόμηση για τα νοικοκυριά.
Συνολικά, τα αποτελέσματα της παρούσας εργασίας επιβεβαιώνουν και ποσοτικοποιούν τους στόχους του ΕΣΕΚ-2024 για τον ελληνικό οικιακό τομέα. Βασική προϋπόθεση για την επίτευξή τους αποτελεί η συστηματική εφαρμογή εκτεταμένων ανακαινίσεων κτηρίων, η ταχεία διείσδυση αποδοτικών τεχνολογιών θέρμανσης, και η ύπαρξη κατάλληλων χρηματοδοτικών και θεσμικών μηχανισμών υποστήριξης.


