China-Latin American economic and diplomatic relations under the Monroe Doctrine an offensive realism perspective : case studies of Argentina, Brazil, Mexico, Panama and Venezuela

Master Thesis
Συγγραφέας
Zi, Agni
Ζη, Αγνή
Ημερομηνία
2026Επιβλέπων
Platias, AthanasiosΠλατιάς, Αθανάσιος
Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Economic relations ; Diplomatic relations ; China-Latin American relations ; Monroe Doctrine ; Offensive realismΠερίληψη
Το σύγχρονο εμπόριο, οι διεθνείς εταιρικές σχέσεις και η συνεργασία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ανάπτυξης και της παραγωγικότητας των κρατών, ιδίως υπό την επιρροή μεγάλων οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων. Παρόλο που οι σχέσεις μεταξύ της Κίνας και των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής έχουν ενισχυθεί σημαντικά κατά την τελευταία δεκαετία, η υπάρχουσα βιβλιογραφία παραμένει περιορισμένη ως προς την αξιολόγηση του κατά πόσο αυτές οι σχέσεις συμπληρώνουν ή αμφισβητούν τη βασική ζώνη επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών. Ως εκ τούτου, η παρούσα διπλωματική εργασία επιδιώκει να καλύψει αυτό το ερευνητικό κενό, θέτοντας τέσσερις βασικούς στόχους και απαντώντας συστηματικά σε ένα σύνολο κρίσιμων ερευνητικών ερωτημάτων.
Σε οκτώ κεφάλαια, βασισμένα σε πρόσφατη επιστημονική βιβλιογραφία, η μελέτη εξετάζει κατά πόσο η αυξανόμενη οικονομική και διπλωματική παρουσία της Κίνας στη Λατινική Αμερική συνιστά ουσιαστική πρόκληση για το Δόγμα Μονρόε και, ευρύτερα, για τη μακροχρόνια περιφερειακή κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών. Το θεωρητικό υπόβαθρο της ανάλυσης εδράζεται στο πλαίσιο του Επιθετικού Ρεαλισμού. Η έρευνα συνδυάζει εκτενή βιβλιογραφική ανασκόπηση με πρωτογενή εμπειρικά δεδομένα που αντλούνται από κυβερνητικές πηγές και αρχεία πολυεθνικών επιχειρήσεων. Πέντε μελέτες περίπτωσης: Μεξικό, Παναμάς, Βραζιλία, Αργεντινή και Βενεζουέλα, αξιοποιούνται για να αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο οι εγχώριες πολιτικοοικονομικές συνθήκες και οι γεωπολιτικοί περιορισμοί διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιπτώσεις της κινεζικής παρουσίας στην περιοχή.
Τα βασικά ευρήματα καταδεικνύουν ότι η εμπλοκή της Κίνας συνιστά μια σταδιακή και δομική πρόκληση και όχι μια άμεση ή τυπική παραβίαση του Δόγματος Μονρόε. Το Πεκίνο έχει βασιστεί στην οικονομική διπλωματία, στις επενδύσεις σε υποδομές, στη τεχνολογική συνεργασία και στη διπλωματία υψηλού επιπέδου, προκειμένου να ενσωματωθεί στις θεσμικές και οικονομικές δομές της Λατινικής Αμερικής, αποφεύγοντας τη στρατιωτική επιβολή αλλά αναδιαμορφώνοντας το περιφερειακό στρατηγικό περιβάλλον. Οι επιπτώσεις αυτής της παρουσίας είναι μεταβλητές και εξαρτώνται από το εκάστοτε πλαίσιο. Για παράδειγμα, η βαθιά οικονομική διασύνδεση του Μεξικού με τις Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζει την κινεζική επιρροή, ενώ η γεωστρατηγική θέση του Παναμά διευκολύνει τις κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές και logistics. Η Βραζιλία αναδεικνύει την ικανότητα μιας περιφερειακής δύναμης να αξιοποιεί την οικονομική αλληλεξάρτηση διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία της, ενώ η Αργεντινή δείχνει πώς η οικονομική ευαλωτότητα μπορεί να ενισχύσει την εξωτερική επιρροή.
Η ανάλυση υποδηλώνει επίσης ότι το Δόγμα Μονρόε λειτουργεί πλέον λιγότερο ως πρακτική πολιτική και περισσότερο ως συμβολικό πλαίσιο που καθοδηγεί τις στρατηγικές αντιλήψεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ενίσχυση του ρόλου της Κίνας αμφισβητεί τη βασική υπόθεση της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, χωρίς ωστόσο να οδηγεί σε άμεση σύγκρουση. Συνολικά, η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Λατινική Αμερική χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο από ανταγωνιστική επιρροή, και όχι από αντικατάσταση ηγεμονίας, γεγονός που αντανακλά τις ευρύτερες μεταβολές στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων στον 21ο αιώνα.
Τέλος, τα ευρήματα της παρούσας έρευνας μπορούν να συμβάλουν στον σχεδιασμό πολιτικών που αποσκοπούν στην εξισορρόπηση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ εξαγωγικών και εισαγωγικών οικονομιών, εντός των υφιστάμενων κανονιστικών πλαισίων. Παράλληλα, η μελέτη παρέχει αξιόπιστη γνώση για τη στήριξη των υπευθύνων χάραξης πολιτικής και των επενδυτών που επιδιώκουν τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.


