The contribution of Renewable Energy Sources (RES) to the Greek economy
Η συμβολή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην ελληνική οικονομία

Master Thesis
Συγγραφέας
Spathoulas, Nikos
Σπαθούλας, Νικόλαος
Ημερομηνία
2025-09Επιβλέπων
Galanos, GeorgiosΓαλανός, Γεώργιος
Προβολή/ Άνοιγμα
Λέξεις κλειδιά
Renewable Energy Sources (RES) ; Greek economy ; Economic growth ; Gross Domestic Product (GDP) ; Energy transitionΠερίληψη
Αυτή η διατριβή διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) διαμορφώνουν την οικονομική απόδοση της Ελλάδας, εστιάζοντας τόσο στις άμεσες όσο και στις έμμεσες επιπτώσεις τους στο ΑΕΠ, την απασχόληση, το εμπορικό ισοζύγιο και την περιφερειακή ανάπτυξη. Οι ΑΠΕ έχουν αναδειχθεί ως σημαντική δύναμη πίσω από την οικονομική ανάπτυξη και τη βιώσιμη ανάπτυξη της Ελλάδας, σύμφωνα με τη μελέτη, η οποία χρησιμοποιεί στατιστικά στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ, την Eurostat, την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΠΑΑΕΥ), τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ), τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA) και τον Διεθνή Οργανισμό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (IRENA) για τα έτη 2000-2025. Ενώ το ποσοστό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ξεπέρασε το 55% το 2023, πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ αυξήθηκε από 600 MW το 2000 σε περίπου 17 GW το 2024. Μια αύξηση 1% στη χρήση ΑΠΕ οδηγεί σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,13%, σύμφωνα με εμπειρική έρευνα, ενώ η πλήρης εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) θα μπορούσε να αυξήσει το ελληνικό ΑΕΠ κατά 2,5% έως το 2050. Επιπλέον, η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) του ενεργειακού τομέα έχει αυξηθεί δραματικά, έχουν δημιουργηθεί πάνω από 25.000 θέσεις εργασίας και οι εισαγωγές καυσίμων έχουν μειωθεί από 9 δισεκατομμύρια ευρώ το 2010 σε λιγότερο από 4 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024.
Τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι οι ΑΠΕ αποτελούν ουσιαστικό συστατικό της κοινωνικής συνοχής και της βιώσιμης ανάπτυξης. Ταυτόχρονα, η μελέτη επισημαίνει μια σειρά από επίμονα ζητήματα,
συμπεριλαμβανομένης της περιορισμένης αποθήκευσης ενέργειας, της ανεπαρκούς χωρητικότητας του δικτύου και των καθυστερήσεων στις άδειες. Επίσης, προτείνει μέτρα πολιτικής για την επιτάχυνση της μετάβασης, όπως η ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων, η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στους τομείς των μεταφορών και της θέρμανσης και η επέκταση των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας.
Συμπερασματικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η ανανεώσιμη ενέργεια δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό στόχο,
αλλά και μια ορθή οικονομική στρατηγική για την Ελλάδα, η οποία μπορεί να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη οικονομική
ανθεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ενεργειακή ασφάλεια.


