<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" version="2.0">
<channel>
<title>Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/50</link>
<description/>
<pubDate>Mon, 07 Sep 2026 21:38:53 GMT</pubDate>
<dc:date>2026-09-07T21:38:53Z</dc:date>
<item>
<title>Αλληλεπίδραση παραγόντων συναισθηματικής νοημοσύνης και παραγόντων αποδοχής εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία. Η περίπτωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19684</link>
<description>Αλληλεπίδραση παραγόντων συναισθηματικής νοημοσύνης και παραγόντων αποδοχής εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία. Η περίπτωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
Κομπορόζου, Αικατερίνη
Η ταχύτατη διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον συνιστά μια από τις σημαντικότερες ανατροπές της εποχής μας. Αν και τα νέα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης  παρέχουν πρωτοφανείς δυνατότητες, η ενσωμάτωσή τους στην εργασία δεν αποτελεί μόνο ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά μια βαθιά κοινωνική και ψυχολογική πρόκληση. Καθώς οι εργαζόμενοι προσπαθούν να εναρμονιστούν με τα νέα ψηφιακά δεδομένα, δημιουργούνται συχνά έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, όπως τεχνολογικό στρες, και ανησυχία για πιθανή απανθρωποποίηση της εργασίας τους. Στο παρελθόν, οι ερευνητές ερμήνευαν την αποδοχή της τεχνολογίας  μέσα από ένα αυστηρά ορθολογικό πρίσμα, εφαρμόζοντας το παραδοσιακό Μοντέλο Αποδοχής της Τεχνολογίας (TAM), το οποίο στηριζόταν αποκλειστικά στο πόσο εύχρηστο και πρακτικά ωφέλιμο θεωρούσε ο χρήστης ένα σύστημα. Η σύγχρονη βιβλιογραφία αναγνωρίζει πως οι αποφάσεις για τη χρήση μιας τεχνολογίας καθοδηγούνται σε μεγάλο βαθμό από το συναίσθημα και όχι μόνο από τη λογική. &#13;
Ο σκοπός της παρούσας διατριβής είναι να γεφυρώσει δύο θεωρητικά πλαίσια, το μοντέλο αποδοχής της τεχνολογίας (TAM)  και τη θεωρία της συναισθηματικής νοημοσύνης ως χαρακτηριστικό (Trait EI), αξιοποιώντας το ψυχομετρικό εργαλείο TEIQue-SF, έτσι ώστε να διερευνήσει τον ρόλο της συναισθηματικής νοημοσύνης στην αποδοχή και την πρόθεση χρήσης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, από τους εκπαιδευτικούς. Τα αποτελέσματα της ποσοτικής έρευνας, που διεξήχθη σε δείγμα εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από σχολικές μονάδες της Αθήνας, έδειξαν ότι η συναισθηματική νοημοσύνη αποτελεί ισχυρό προγνωστικό δείκτη για την αποδοχή της τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης. Άρα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αποτελεί αποκλειστικά τεχνοκρατικό ζήτημα, αλλά μια σύνθετη συναισθηματική μετάβαση. Συνεπώς, υπάρχει η  ανάγκη συναισθηματικής ενδυνάμωσης των εργαζόμενων και καλλιέργειας της ψηφιακής συναισθηματικής νοημοσύνης παράλληλα με τον τεχνολογικό αλφαβητισμό, ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχής και βιώσιμη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση.
</description>
<pubDate>Thu, 06 Aug 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19684</guid>
<dc:date>2026-08-06T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Οι επιπτώσεις του FinTech στη χρηματοοικονομική βιομηχανία και η εμπειρική διερεύνηση της σχέσης μεταξύ χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού και γνώσης για τα κρυπτονομίσματα</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19642</link>
<description>Οι επιπτώσεις του FinTech στη χρηματοοικονομική βιομηχανία και η εμπειρική διερεύνηση της σχέσης μεταξύ χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού και γνώσης για τα κρυπτονομίσματα
Ανδρονής, Σόλων
Καθώς οι τεχνολογικές εξελίξεις αναδιαμορφώνουν με ολοένα ταχύτερο ρυθμό το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό περιβάλλον, αφετηρία της παρούσας διδακτορικής διατριβής αποτελεί η διαπίστωση ότι η εξέλιξη του FinTech, από τις πρώιμες μορφές τεχνολογικής υποστήριξης των χρηματοοικονομικών συναλλαγών έως το σύγχρονο οικοσύστημα του blockchain και των κρυπτονομισμάτων, έχει μετασχηματίσει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι αγορές, παρέχονται οι υπηρεσίες και λαμβάνονται οι επενδυτικές αποφάσεις. Στο νέο αυτό πλαίσιο, η λειτουργία των ψηφιακών αγορών χαρακτηρίζεται από αυξημένη τεχνολογική πολυπλοκότητα, έντονη μεταβλητότητα και εντεινόμενη ασυμμετρία πληροφόρησης, καθώς η πρόσβαση στην αγορά, η ενημέρωση και η εκτέλεση συναλλαγών πραγματοποιούνται ολοένα και περισσότερο μέσω ψηφιακών πλατφορμών και εφαρμογών. Κατά συνέπεια, στο σύγχρονο ψηφιακό χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, η γνώση γύρω από τα κρυπτονομίσματα δεν ταυτίζεται με την απλή τεχνολογική εξοικείωση, αλλά απαιτεί χρηματοοικονομικό υπόβαθρο και ικανότητα αξιολόγησης κινδύνων σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο ψηφιακό περιβάλλον.&#13;
Η παραδοχή αυτή εδράζεται στο ότι η κατανόηση ενός τόσο σύνθετου, καινοτόμου και υψηλού κινδύνου επενδυτικού πεδίου προϋποθέτει προηγουμένως την ύπαρξη βασικών χρηματοοικονομικών γνώσεων, καθώς χωρίς επαρκή κατανόηση θεμελιωδών χρηματοοικονομικών εννοιών καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη η ορθή ερμηνεία της λειτουργίας των κρυπτονομισμάτων, αλλά και η αξιολόγηση των επενδυτικών επιλογών, των κινδύνων και της έντονης μεταβλητότητας που τα χαρακτηρίζει. Επιπλέον, η ενσωμάτωση εφαρμογών Τεχνητής Νοημοσύνης (Artificial Intelligence - AI) σε χρηματοοικονομικές υποδομές και υπηρεσίες του FinTech ενισχύει την ταχύτητα και την πολυπλοκότητα της πληροφόρησης και των διαθέσιμων επιλογών, αυξάνοντας τις απαιτήσεις κατανόησης και τεκμηριωμένης κρίσης από την πλευρά του χρήστη και επενδυτή.  Στο πλαίσιο αυτό, η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει τις επιπτώσεις του FinTech στη χρηματοοικονομική βιομηχανία και ειδικότερα διερευνά εμπειρικά τη σχέση μεταξύ χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού και γνώσης γύρω από τα κρυπτονομίσματα.&#13;
Σε θεωρητικό και βιβλιογραφικό επίπεδο, η διατριβή παρουσιάζει την εξέλιξη του FinTech, ξεκινώντας από τα πρώτα του στάδια (FinTech 1.0) και φτάνοντας στις σύγχρονες μορφές ψηφιακής χρηματοοικονομικής καινοτομίας. Παράλληλα, χαρτογραφεί πως έχει μελετηθεί το πεδίο στη διεθνή βιβλιογραφία, ποιες θεματικές έχουν αναδειχθεί, ποιες βασικές ερευνητικές κατευθύνσεις κυριαρχούν και ποια κενά παραμένουν, ενώ εξετάζει και τη ρυθμιστική του διάσταση. Τέλος, αναδεικνύει τη σταδιακή μετάβαση προς το οικοσύστημα του blockchain και των κρυπτονομισμάτων ως σύγχρονη φάση της εξέλιξης του FinTech. Παράλληλα, εξετάζονται ο χρηματοοικονομικός αλφαβητισμός και η γνώση γύρω από τα κρυπτονομίσματα, οι προσδιοριστικοί παράγοντες της κατοχής κρυπτονομισμάτων, ο ρόλος της χρηματοοικονομικής γνώσης και της επενδυτικής εμπειρίας στη συμμετοχή σε crypto επενδύσεις, οι έμφυλες διαφοροποιήσεις, καθώς και ο ρόλος του Bitcoin ως τεχνολογικού, επενδυτικού και χρηματοοικονομικού φαινομένου. Η θεωρητική ανάλυση συμπληρώνεται από την παρουσίαση των μεγαλύτερων σε κεφαλαιοποίηση κρυπτονομισμάτων και των κυριότερων ανταλλακτηρίων, με στόχο να αποτυπωθεί η δομή, η λειτουργία και η δυναμική του σύγχρονου crypto οικοσυστήματος.&#13;
Η βασική  επιστημονική συμβολή της διατριβής εντοπίζεται στην εμπειρική της διερεύνηση, καθώς για πρώτη φορά σε ελληνικό ερευνητικό επίπεδο εξετάζεται η σχέση μεταξύ χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού και γνώσης γύρω από τα κρυπτονομίσματα. Η διατριβή καλύπτει ένα σαφές ερευνητικό κενό, καθώς παρότι ο χρηματοοικονομικός αλφαβητισμός έχει μελετηθεί εκτενώς στη διεθνή βιβλιογραφία, η εμπειρική διερεύνηση της σχέση του με το επίπεδο γνώσης γύρω από τα κρυπτονομίσματα παραμένει περιορισμένη, ενώ ακόμη λιγότερο έχει μελετηθεί το κατά πόσο και με ποιόν τρόπο η σχέση αυτή εμφανίζει έμφυλες διαφοροποιήσεις. Για τον σκοπό αυτό, και για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αξιοποιούνται πρωτογενή δεδομένα από δείγμα 221 προπτυχιακών και μεταπτυχιακών φοιτητών ελληνικού πανεπιστημίου οικονομικής κατεύθυνσης και σχεδιάζεται πρωτότυπο ερωτηματολόγιο 42 ερωτήσεων, το οποίο περιλαμβάνει δημογραφικά χαρακτηριστικά, ερωτήσεις χρηματοοικονομικής γνώσης βάσει της διεθνούς βιβλιογραφίας, διαβαθμισμένες ερωτήσεις γνώσης γύρω από τα κρυπτονομίσματα, καθώς και ερωτήσεις στάσεων και αντιλήψεων απέναντι στο περιβάλλον που τα διέπει.&#13;
Σε μεθοδολογικό επίπεδο, η διατριβή αναπτύσσει και εκτιμά 38 εμπειρικά υποδείγματα, αξιοποιώντας συνδυαστικά Δυαδική Λογιστική Παλινδρόμηση (Binary Logit) και Διατεταγμένη Λογιστική Παλινδρόμηση (Ordered Logit). Η  πρωτοτυπία της προσέγγισης έγκειται στο ότι η γνώση γύρω από τα κρυπτονομίσματα δεν μετράται ως ενιαίο μέγεθος, αλλά ως κλιμακούμενη και διαβαθμισμένη διαδικασία, μέσω επιμέρους βαθμίδων γνώσης (γενική ενημέρωση, βασική, ενδιάμεση, προχωρημένη και πλήρης έλλειψη γνώσης), καθώς και μέσω συνολικής διατεταγμένης κλίμακας crypto literacy, η οποία αποτυπώνει τη μετάβαση από χαμηλότερα προς υψηλότερα επίπεδα συνολικής γνώσης. Επιπλέον, στο πλαίσιο της επιστημονικής συμβολής της διατριβής, ενσωματώνεται επίσης ειδικός όρος αλληλεπίδρασης (interaction term), προκειμένου να εξεταστεί αν η επίδραση του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού στη συνολική crypto γνώση διαφοροποιείται ανά φύλο. Η προσέγγιση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι επιτρέπει η ανάλυση να υπερβεί την απλή περιγραφική καταγραφή διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών και να διερευνηθεί αν ο ίδιος ο μηχανισμός μέσω του οποίου η χρηματοοικονομική γνώση συνδέεται με τη γνώση γύρω από τα κρυπτονομίσματα λειτουργεί με διαφορετική ένταση στα δύο φύλα.&#13;
Τα εμπειρικά ευρήματα παρουσιάζουν τεράστια επιστημονική σημασία, καθώς  καταδεικνύουν ότι ο χρηματοοικονομικός αλφαβητισμός αποτελεί σταθερό και καθοριστικό παράγοντα σύνδεσης με τη γνώση γύρω από τα κρυπτονομίσματα. Τα χρηματοοικονομικά εγγράμματα άτομα εμφανίζουν υψηλότερη αναλογία πιθανοτήτων να διαθέτουν επιμέρους βαθμίδες crypto γνώσης και να κατατάσσονται σε υψηλότερα επίπεδα συνολικής γνώσης γύρω από τα κρυπτονομίσματα, ενώ εμφανίζουν μικρότερη αναλογία πιθανοτήτων πλήρους απουσίας σχετικής γνώσης. Παράλληλα, εντοπίζεται σαφές και σταθερό έμφυλο χάσμα (gender gap), καθώς οι άνδρες φοιτητές εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα γνώσης σε σχέση με τις γυναίκες φοιτήτριες, ενώ η θετική επίδραση της χρηματοοικονομικής γνώσης στη συνολική crypto γνώση αποδεικνύεται ισχυρότερη στους άνδρες φοιτητές. Αντίθετα, το επίπεδο σπουδών δεν τεκμηριώνεται με συνεπή τρόπο ως αυτοτελής και στατιστικά σημαντικός προσδιοριστικός παράγοντας της γνώσης γύρω από τα κρυπτονομίσματα. Τα αποτελέσματα παραμένουν συνεπή υπό εναλλακτικές προσεγγίσεις και διαφορετικές προδιαγραφές υποδειγμάτων, στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία και την ανθεκτικότητα (robustness) των συμπερασμάτων.&#13;
Συνολικά, η διατριβή συμβάλλει θεωρητικά, εμπειρικά και μεθοδολογικά τόσο στη διεθνή όσο και στην ελληνική βιβλιογραφία. Η κεντρική της συμβολή έγκειται στο ότι γεφυρώνει συστηματικά τη σχέση μεταξύ χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού και γνώσης γύρω από τα κρυπτονομίσματα, τεκμηριώνοντας ότι η κατανόηση των κρυπτονομισμάτων δεν αποτελεί απλή συνέπεια της τεχνολογικής εξοικείωσης ή της έκθεσης στο crypto περιβάλλον, αλλά προϋποθέτει ουσιαστική χρηματοοικονομική παιδεία, γνωστική επάρκεια και σταδιακή εμβάθυνση σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο ψηφιακό χρηματοοικονομικό οικοσύστημα.
</description>
<pubDate>Thu, 01 Jan 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19642</guid>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Σύγχρονες δεξιότητες για επιτυχή επιχειρηματική δραστηριότητα στον χώρο της υγείας στην Ελλάδα</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19601</link>
<description>Σύγχρονες δεξιότητες για επιτυχή επιχειρηματική δραστηριότητα στον χώρο της υγείας στην Ελλάδα
Κουλεντιανού, Μαρία
Στη σημερινή εποχή που το εργασιακό περιβάλλον μεταβάλλεται διαρκώς, η ανάγκη παροχής υψηλών και ποιοτικών υπηρεσιών υγείας τίθεται ως ύψιστο διακύβευμα και οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι ραγδαίες, η ανάπτυξη επαγγελματικών και διοικητικών δεξιοτήτων είναι απαραίτητη για να μπορέσουν οι εργαζόμενοι να ανταποκριθούν σε νέους ρόλους, αρμοδιότητες και καθήκοντα. Παράλληλα, ο ψηφιακός μετασχηματισμός είναι απαραίτητος και αναγκαίος σε όλους τους τομείς και ιδιαίτερα  στον τομέα της υγείας.&#13;
Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι να διερευνηθούν με ποιον τρόπο και σε ποιον βαθμό οι παράγοντες της ηγετικής συμπεριφοράς, της οργανωσιακής δέσμευσης, της ψυχολογικής ενδυνάμωσης, της διαπροσωπικής επικοινωνίας και της συνεργασίας συμβάλλουν στη διαμόρφωση της Συλλογικής Επιχειρηματικότητας, ποιες είναι οι επιμέρους διαστάσεις της Συλλογικής Επιχειρηματικότητας που αναδεικνύονται εμπειρικά και ποιες οι δομικές σχέσεις (ή σχέσεις αλληλεπίδρασης) που διαμορφώνονται μεταξύ τους.&#13;
Για να διερευνηθούν τα παραπάνω, πραγματοποιήθηκε αρχικά εκτενής ανάλυση της βιβλιογραφίας, όπου περιγράφηκαν τα συστήματα υγείας, η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, οι δεξιότητες του σύγχρονου ηγέτη και των διοικητικών στελεχών καθώς και οι ανθρώπινες διαστάσεις του εργασιακού περιβάλλοντος.&#13;
Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε ποσοτική έρευνα σε ελληνικό δημόσιο νοσοκομείο μέσω του εργαλείου του ερωτηματολογίου. Τα περισσότερα αποτελέσματα της έρευνας οδήγησαν στην επαλήθευση συγκεκριμένων υποθέσεων που έχουν ήδη υποστηριχθεί στη βιβλιογραφία, που αναγράφεται καθώς και στην  εξαγωγή χρήσιμων επιπρόσθετων συμπερασμάτων. Ως προς ορισμένα αποτελέσματα της έρευνας που δεν έχουν βιβλιογραφικό υπόβαθρο διατυπώνονται πιθανές ερμηνείες.&#13;
Τα κύρια ευρήματα της διατριβής τεκμηριώνουν την υπόθεση ότι οι εργαζόμενοι που νοιώθουν περισσότερο ικανοί και αισθάνονται δέσμευση με τον οργανισμό, τείνουν να εκδηλώνουν περισσότερη δημιουργική συμπεριφορά και συνεισφορά. Επίσης, αποδεικνύεται από την έρευνα ότι η ομαδική εργασία ευνοείται από τη συναισθηματική σύνδεση με τον οργανισμό, την ηγεσία που δείχνει κατανόηση, τη δημιουργική συμπεριφορά και συνεισφορά των μελών της ομάδας. Επιπρόσθετα, η αντιληπτή οργανωτική υποστήριξη ενισχύεται από τη συναισθηματική στήριξη των ηγετών, την αποτελεσματική διαπροσωπική επικοινωνία, την ύπαρξη σχέσεων εμπιστοσύνης και την ομαδική εργασία ενώ περιορίζεται όσο πιο ικανοί νοιώθουν οι εργαζόμενοι. Τέλος η Δημιουργική Συνεισφορά και Συμπεριφορά συμβάλει θετικά στην Ομαδική Εργασία , η οποία με τη σειρά της επιδρά θετικά στην Αντιληπτή Οργανωτική Υποστήριξη.&#13;
Τα συμπεράσματα της διατριβής προτείνουν ότι ένα νοσοκομείο που εστιάζει στην ηθική στήριξη, την ομαδικότητα και την ενδυνάμωση των εργαζομένων (όχι μόνο οικονομικά), θα έχει πιο δημιουργικό, αφοσιωμένο και παραγωγικό προσωπικό, οδηγώντας σε καλύτερα αποτελέσματα για τους ασθενείς. Τέλος προσφέρουν σημαντικά εργαλεία για τη βελτίωση της λειτουργίας των οργανισμών υγείας (νοσοκομεία, κλινικές) και την αύξηση της αποδοτικότητας του προσωπικού και μπορούν να συμβάλλουν στην επιλογή κατάλληλων πολιτικών υγείας από τους αρμόδιους φορείς.
</description>
<pubDate>Thu, 01 Jan 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19601</guid>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Η εφαρμογή πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης στη λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον ελληνικό τουριστικό κλάδο</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19585</link>
<description>Η εφαρμογή πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης στη λειτουργία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον ελληνικό τουριστικό κλάδο
Καρβουνίδη, Μαρία
Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει σε ποιον βαθμό οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής στην Ελλάδα εφαρμόζουν πρακτικές βιώσιμης ανάπτυξης, ποιοι εσωτερικοί οργανωσιακοί παράγοντες συνδέονται με την εφαρμογή τους και πώς αυτή συνδέεται με το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την επίδοση της επιχείρησης. Η έρευνα εστιάζει σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό τμήμα του ελληνικού τουριστικού κλάδου, καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής αποτελούν βασικό πυλώνα της τουριστικής δραστηριότητας. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές λειτουργούν συχνά υπό συνθήκες περιορισμένων οικονομικών, ανθρώπινων και οργανωσιακών πόρων, ενώ ταυτόχρονα καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξανόμενες πιέσεις από το θεσμικό πλαίσιο, την αγορά και την κοινωνία.&#13;
Η βιώσιμη ανάπτυξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τον τουρισμό, καθώς οι επιπτώσεις της δεν περιορίζονται στο επίπεδο της μεμονωμένης επιχείρησης, αλλά επεκτείνονται στους προορισμούς, στο ευρύτερο τουριστικό σύστημα και στην οικονομία συνολικά. Ωστόσο, για τις ίδιες τις επιχειρήσεις, η βασική πρόκληση είναι πώς μπορούν να μετατρέψουν αυτές τις ευρύτερες αρχές σε συγκεκριμένες ενέργειες στην καθημερινή τους λειτουργία. Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως γενική πολιτική κατεύθυνση ή εξωτερική απαίτηση, αλλά ως επιχειρησιακή διαδικασία που χρειάζεται να ενσωματωθεί στη λειτουργία της επιχείρησης, ώστε να στηρίζει την ανταγωνιστικότητα, την αποδοτικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητά της.&#13;
Μεγάλο μέρος της υπάρχουσας βιβλιογραφίας έχει εξετάσει τις εξωτερικές πιέσεις που δέχονται οι επιχειρήσεις για να κινηθούν προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, όπως είναι οι θεσμικές απαιτήσεις, οι προσδοκίες των πελατών, οι κοινωνικές πιέσεις και τα ρυθμιστικά πλαίσια. Παρότι οι πιέσεις αυτές είναι σημαντικές, έχουν ήδη μελετηθεί εκτενώς σε προηγούμενες έρευνες. Για τον λόγο αυτό, η έμφαση μετατοπίζεται στο εσωτερικό περιβάλλον της επιχείρησης και στους οργανωσιακούς παράγοντες που διευκολύνουν ή περιορίζουν την υιοθέτηση σχετικών πρακτικών.&#13;
Η ανάλυση βασίζεται στο πλαίσιο των τριών πυλώνων της βιώσιμης ανάπτυξης (triple bottom line), το οποίο περιλαμβάνει την περιβαλλοντική, την κοινωνική και την οικονομική διάσταση. Επομένως, δεν περιορίζεται σε περιβαλλοντικές πρακτικές, όπως η εξοικονόμηση ενέργειας και νερού ή η διαχείριση αποβλήτων, αλλά περιλαμβάνει και πρακτικές που συνδέονται με τους εργαζόμενους, τους επισκέπτες, την τοπική κοινότητα και τον προορισμό. Με τον τρόπο αυτό, η βιώσιμη ανάπτυξη εξετάζεται ως ευρύτερη επιχειρησιακή προσέγγιση και όχι αποκλειστικά ως περιβαλλοντική συμμόρφωση.&#13;
Επιπλέον, η έρευνα διαφοροποιείται από υφιστάμενες μελέτες που επικεντρώνονται κυρίως στη διερεύνηση αντιλήψεων, στάσεων ή προθέσεων απέναντι στη βιώσιμη ανάπτυξη. Αντίθετα, εστιάζει στην αποτύπωση συγκεκριμένων επιχειρησιακών πρακτικών που είτε έχουν υιοθετηθεί είτε δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στην καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει μια πιο άμεση και σαφή εικόνα του βαθμού εφαρμογής των βιώσιμων πρακτικών, καθώς και της σχέσης τους με τους εσωτερικούς οργανωσιακούς παράγοντες, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την επίδοση της επιχείρησης.&#13;
Το ερευνητικό πλαίσιο της διατριβής διαμορφώθηκε μέσα από τον συνδυασμό θεωρητικών προσεγγίσεων και χαρτογραφικής ανασκόπησης της βιβλιογραφίας. Συγκεκριμένα, αξιοποιούνται η θεσμική θεωρία, η θεωρία των ενδιαφερόμενων μερών, η προσέγγιση που βασίζεται στους πόρους της επιχείρησης και η θεωρία των δυναμικών ικανοτήτων. Ο συνδυασμός αυτών των θεωριών επιτρέπει την κατανόηση της υιοθέτησης πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης τόσο ως απόκρισης σε εξωτερικές πιέσεις όσο και ως εσωτερικής οργανωσιακής διαδικασίας, η οποία εξαρτάται από τους πόρους, τις ικανότητες και τις στρατηγικές επιλογές της επιχείρησης.&#13;
Για τη συστηματική αποτύπωση των εσωτερικών παραγόντων που επηρεάζουν την υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών πραγματοποιήθηκε χαρτογραφική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας (scoping review), σύμφωνα με τις κατευθύνσεις PRISMA-ScR. Η ανασκόπηση περιλαμβάνει εμπειρικές μελέτες που βασίζονται σε πρωτογενή δεδομένα, ώστε το αναλυτικό πλαίσιο να στηριχθεί σε τεκμηριωμένα ερευνητικά ευρήματα και όχι αποκλειστικά σε θεωρητικές ή δευτερογενείς προσεγγίσεις. Μέσα από αυτή τη διαδικασία προσδιορίστηκαν οι βασικοί εσωτερικοί παράγοντες που εξετάζονται στην εμπειρική έρευνα: η στρατηγική δέσμευση, η διαθεσιμότητα πόρων, οι γνώσεις και η ικανότητα εφαρμογής, ο τεχνολογικός και καινοτομικός προσανατολισμός και η συμμετοχή των εργαζομένων.&#13;
Η εμπειρική έρευνα βασίστηκε σε ποσοτική μεθοδολογία και σε δομημένο ερωτηματολόγιο, το οποίο απευθύνθηκε σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής στην Ελλάδα. Το τελικό αξιοποιήσιμο δείγμα διαμορφώθηκε σε 176 επιχειρήσεις, μετά την εφαρμογή των κριτηρίων ένταξης και αποκλεισμού. Τα δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν για να εξεταστεί ο βαθμός υιοθέτησης πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης, οι εσωτερικοί παράγοντες που συνδέονται με την υιοθέτησή τους, καθώς και η σχέση των πρακτικών αυτών με το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και την επίδοση της επιχείρησης.&#13;
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι επιχειρήσεις του δείγματος υιοθετούν ευκολότερα πρακτικές που συνδέονται με την τοπική κοινότητα, τον προορισμό και την εμπειρία του επισκέπτη. Αντίθετα, χαμηλότερη υιοθέτηση καταγράφηκε στις περιβαλλοντικές πρακτικές και ιδιαίτερα στις πιο προηγμένες τεχνολογικές και κυκλικές λύσεις. Η εικόνα αυτή είναι συμβατή με τις αυξημένες χρηματοδοτικές και τεχνικές απαιτήσεις που συχνά χαρακτηρίζουν αυτές τις πρακτικές. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στον βαθμό υιοθέτησης ανάλογα με το μέγεθος και τον τύπο λειτουργίας της επιχείρησης.&#13;
Ως προς τους εσωτερικούς οργανωσιακούς παράγοντες, ο τεχνολογικός και καινοτομικός προσανατολισμός και η συμμετοχή των εργαζομένων ήταν οι μόνοι παράγοντες που διατήρησαν στατιστικά σημαντική ανεξάρτητη σχέση με την υιοθέτηση πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης στο πλήρες μοντέλο. Αντίθετα, η στρατηγική δέσμευση, η διαθεσιμότητα πόρων και οι γνώσεις και η ικανότητα εφαρμογής συνδέθηκαν θετικά με την υιοθέτηση όταν εξετάστηκαν μεμονωμένα, αλλά δεν διατήρησαν στατιστικά σημαντική ανεξάρτητη σχέση στο πλήρες μοντέλο. Το εύρημα αυτό υποδηλώνει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη δεν εξαρτάται μόνο από την πρόθεση ή την ύπαρξη πόρων, αλλά κυρίως από την ικανότητα της επιχείρησης να μετατρέπει τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης σε συγκεκριμένες διαδικασίες και καθημερινές πρακτικές.&#13;
Επιπλέον, η υιοθέτηση πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης βρέθηκε να συνδέεται θετικά με την ανταγωνιστική θέση χαμηλού κόστους, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μοναδικότητας και υπεροχής της υπηρεσίας και την επίδοση της επιχείρησης. Οι αναλύσεις έμμεσης επίδρασης έδειξαν ότι η σχέση μεταξύ των πρακτικών αυτών και της επίδοσης εξηγείται κυρίως μέσω της ανταγωνιστικής θέσης χαμηλού κόστους, ενώ το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα μοναδικότητας και υπεροχής της υπηρεσίας παρουσίασε σημαντική έμμεση επίδραση μόνο όταν εξετάστηκε ξεχωριστά. Τέλος, διαπιστώθηκε θετική σχέση και στην αντίστροφη κατεύθυνση, από την επίδοση της επιχείρησης προς την υιοθέτηση πρακτικών βιώσιμης ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα υποδεικνύει την πιθανότητα οι επιχειρήσεις με θετικότερη μεταβολή στην επίδοσή τους να διαθέτουν μεγαλύτερο περιθώριο για περαιτέρω υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται αιτιακή σχέση.&#13;
Σε θεωρητικό επίπεδο, η διατριβή συμβάλλει στη βιβλιογραφία αναδεικνύοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη ως διαδικασία μέσω της οποίας οι πόροι και οι ικανότητες της επιχείρησης αξιοποιούνται για την εφαρμογή βιώσιμων πρακτικών και τη δημιουργία ανταγωνιστικών και επιχειρησιακών οφελών. Σε πρακτικό επίπεδο, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης της τεχνολογικής ετοιμότητας, της συμμετοχής των εργαζομένων, της στοχευμένης υποστήριξης των μικρότερων επιχειρήσεων και της σύνδεσης των βιώσιμων πρακτικών με απτά λειτουργικά και ανταγωνιστικά οφέλη. Συνολικά, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η βιώσιμη ανάπτυξη στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμονής δεν αποτελεί απλώς ζήτημα περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, αλλά στρατηγική διαδικασία που μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, την αποδοτικότητα και τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα του ελληνικού τουριστικού τομέα.
</description>
<pubDate>Thu, 01 Jan 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19585</guid>
<dc:date>2026-01-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</channel>
</rss>
