<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?>
<rss xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/" version="2.0">
<channel>
<title>Τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/50</link>
<description/>
<pubDate>Wed, 15 Jul 2026 16:27:25 GMT</pubDate>
<dc:date>2026-07-15T16:27:25Z</dc:date>
<item>
<title>Reformulating the determinants of consumer behaviour : evidence from enforced environmental policies</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19451</link>
<description>Reformulating the determinants of consumer behaviour : evidence from enforced environmental policies
Malliari, Nefeli; Μάλλιαρη, Νεφέλη
Η μετάβαση προς τη βιώσιμη κατανάλωση στην Ευρώπη επηρεάζεται όλο και περισσότερο από υποχρεωτικά μέτρα και νόμους, και λιγότερο από την προσωπική επιλογή των καταναλωτών. Στο πλαίσιο της Οδηγίας της ΕΕ για τα Πλαστικά Μίας Χρήσης (Single-Use Plastics Directive – SUP Directive)και των εθνικών – νομικών μέτρων — όπως η χρέωση για τις πλαστικές σακούλες, οι περιορισμοί σε καλαμάκια και ποτήρια, αλλά και τα συστήματα επιστροφής εγγύησης (Deposit Return Schemes – DRS) — οι κανόνες αυτοί μπορεί να απευθύνονται κυρίως στις επιχειρήσεις όμως στην πράξη αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά και κατ’ επέκταση τον τρόπο που οι καταναλωτές παίρνουν τις καθημερινές τους αποφάσεις. Η διατριβή αυτή εξετάζει το πώς οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται αυτές τις αλλαγές και πώς προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους, με έμφαση στην αγορά  επαναχρησιμοποιούμενων ή μη συσκευασιών και κατανάλωση ροφημάτων στην Ελλάδα μετά την οικονομική κρίση.&#13;
Το βασικό ερώτημα της έρευνας είναι: πώς τα μέτρα περιβαλλοντικής πολιτικής επηρεάζουν την προσαρμογή της καταναλωτικής συμπεριφοράς στον τομέα των ροφημάτων στην Ελλάδα και μέσω ποιων πολυεπίπεδων μηχανισμών πραγματοποιείται αυτή η διαδικασία.&#13;
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, η διατριβή αναπτύσσει και ελέγχει ένα νέο θεωρητικό μοντέλο, το Μοντέλο Επιβεβλημένης Προσαρμογής -  Enforced Adaptation Model (EAM). Το μοντέλο αυτό είναι ένα διεπιστημονικό θεωρητικό πλαίσιο που συνδυάζει οικονομικές, ψυχολογικές, κοινωνιολογικές και διοικητικές προσεγγίσεις και εξετάζει το φαινόμενο σε τρία επίπεδα: κοινωνικό (μακρο), αγορά/επιχειρήσεις (μεσο) και άτομο (μικρο). Σύμφωνα με το μοντέλο, οι κανονισμοί λειτουργούν σαν «σήματα» μέσα στην αγορά, τα οποία αλλάζουν το περιβάλλον επιλογών του καταναλωτή και τον οδηγούν να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του μέσω τριών βασικών μηχανισμών: την αίσθηση απώλειας (π.χ. επιπλέον κόστος), τη διακοπή των συνηθειών και την προσαρμογή στους κοινωνικούς κανόνες. Παράλληλα, παράγοντες όπως η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, το εισόδημα και το οικονομικό περιβάλλον επηρεάζουν αυτή τη διαδικασία, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και το πώς εφαρμόζουν τα μέτρα οι επιχειρήσεις.&#13;
Η έρευνα ακολούθησε έναν συνδυασμό ποιοτικών και ποσοτικών μεθόδων. Στην ποιοτική φάση αναλύθηκαν και μελετήθηκαν 14 περιπτώσεις (6 από την Ελλάδα και 8 από το εξωτερικό) για να κατανοηθεί πώς εφαρμόζονται τα μέτρα στην πράξη και πώς επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Στην ποσοτική φάση, πραγματοποιήθηκε έρευνα ερωτηματολογίου με δείγμα 614 Έλληνων καταναλωτών στον τομέα των ροφημάτων, όπου ελέγχθηκαν οι βασικές υποθέσεις του μοντέλου με στατιστικές μεθόδους. Οι ερευνητικές υποθέσεις ελέγχθηκαν με ιεραρχική παλινδρόμηση, ανάλυση διαμεσολάβησης και τροποποίησης (PROCESS macro)καθώς και με διαρθρωτική μοντελοποίηση εξισώσεων (Structural Equation Modeling – SEM&#13;
Τα βασικά ευρήματα είναι τέσσερα. Πρώτον, όταν οι κανονισμοί είναι εμφανείς μέσα στο περιβάλλον της αγοράς (π.χ. στο κατάστημα), οι καταναλωτές προσαρμόζουν περισσότερο τη συμπεριφορά τους, και αυτή η επίδραση είναι πολύ πιο ισχυρή από τις ήδη υπάρχουσες περιβαλλοντικές αξίες τους. Δεύτερον, η αίσθηση απώλειας (π.χ. να πληρώσεις παραπάνω) δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τη συμπεριφορά. Αντίθετα, πιο σημαντικό ρόλο παίζουν η διακοπή των συνηθειών και η προσαρμογή στους κοινωνικούς κανόνες. Με άλλα λόγια, οι καταναλωτές αλλάζουν κυρίως επειδή «σπάνε» οι παλιές τους συνήθειες και επειδή οι νέες συμπεριφορές γίνονται κοινωνικά αποδεκτές. Τρίτον, η εμπιστοσύνη στους θεσμούς επηρεάζει τα αποτελέσματα με έναν απρόσμενο τρόπο: η αλλαγή στη συμπεριφορά είναι πιο έντονη όταν η εμπιστοσύνη είναι χαμηλή, κάτι που δείχνει ότι οι ορατές αλλαγές στην αγορά μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά ακόμα και χωρίς εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Τέταρτον, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζουν τα μέτρα οι επιχειρήσεις και τα καταστήματα παίζει καθοριστικό ρόλο, λειτουργώντας ως «ενδιάμεσος» που μεταφέρει την επίδραση των κανονισμών στους καταναλωτές.&#13;
Συνολικά, η έρευνα δείχνει ότι οι αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών δεν οφείλονται τόσο σε οικονομικά κίνητρα, όσο στη διαμόρφωση νέων συνηθειών και κοινωνικών κανόνων. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι τα μέτρα βιωσιμότητας μπορούν να είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε χώρες όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι χαμηλή. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η αντιλαμβανόμενη κανονιστική εμφανισιμότητα στο περιβάλλον λιανικής συνδέεται σημαντικά με την προσαρμοστική βιώσιμη συμπεριφορά των καταναλωτών, υπερβαίνοντας τη συμβολή των προϋπαρχουσών περιβαλλοντικών αξιών. Επιπλέον, αναδεικνύεται ότι οι κυρίαρχοι μηχανισμοί μέσω των οποίων ενεργοποιείται η συμπεριφορική προσαρμογή είναι η διακοπή συνηθειών και η κανονιστική ευθυγράμμιση και όχι η αντίληψη οικονομικής απώλειας. Παράλληλα, διαπιστώνεται ότι η θεσμική εμπιστοσύνη λειτουργεί ως παράγοντας τροποποίησης της σχέσης αυτής με μη αναμενόμενη κατεύθυνση, ενώ ο ρόλος των επιχειρήσεων και των σημείων λιανικής επιβεβαιώνεται ως κρίσιμος μηχανισμός μετάδοσης της κανονιστικής επίδρασης στο επίπεδο της καθημερινής κατανάλωσης.&#13;
Η διατριβή συμβάλλει θεωρητικά στην κατανόηση της βιώσιμης κατανάλωσης μετατοπίζοντας την ερμηνεία της από μοντέλα εθελοντικής συμπεριφοράς προς ένα πλαίσιο προσαρμογής που διαμορφώνεται μέσα από κανονιστικά αναδιαρθρωμένα περιβάλλοντα αγοράς. Παράλληλα εισάγει το Enforced Adaptation Model (EAM) - Μοντέλο Επιβεβλημένης Προσαρμογής ως ένα ολοκληρωμένο διεπιστημονικό ερμηνευτικό σχήμα για τη μελέτη της συμπεριφορικής αλλαγής υπό συνθήκες κανονιστικής παρέμβασης και αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο των μεσο-επιπέδων μηχανισμών μετάδοσης στη λειτουργία της σύγχρονης περιβαλλοντικής διακυβέρνησης.&#13;
Σε επίπεδο πολιτικής, τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι η αποτελεσματικότητα των μέτρων βιωσιμότητας ενισχύεται όταν αυτά είναι ορατά και ενσωματωμένα στο περιβάλλον λιανικής, διαμορφώνοντας άμεσα το πλαίσιο επιλογών των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, οι φορείς χάραξης πολιτικής θα πρέπει να δίνουν έμφαση όχι μόνο στον σχεδιασμό των μέτρων αλλά και στον τρόπο εφαρμογής τους στην αγορά, αξιοποιώντας τις επιχειρήσεις ως βασικούς μηχανισμούς μετάδοσης της κανονιστικής επίδρασης.
</description>
<pubDate>Wed, 17 Jun 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19451</guid>
<dc:date>2026-06-17T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Ψηφιακός μετασχηματισμός και σύγχρονες στρατηγικές μάνατζμεντ στις επιχειρήσεις φιλοξενίας</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19369</link>
<description>Ψηφιακός μετασχηματισμός και σύγχρονες στρατηγικές μάνατζμεντ στις επιχειρήσεις φιλοξενίας
Κλαδά, Νικολέττα Ε.
Η ραγδαία εξέλιξη των Νέων Προηγμένων Τεχνολογιών και η αυξανόμενη ψηφιοποίηση της τουριστικής δραστηριότητας καθιστούν τον Ψηφιακό Μετασχηματισμό αναγκαία στρατηγική επιλογή για τις Επιχειρήσεις Φιλοξενίας. Σε ένα ιδιαίτερα μεταβαλλόμενο χρόνο με το χρόνο ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι Επιχειρήσεις Φιλοξενίας καλούνται να αξιολογήσουν και να επαναπροσδιορίσουν τα επιχειρηματικά τους μοντέλα, να υιοθετήσουν καινοτόμες στρατηγικές και να εστιάσουν στη βελτίωση της εμπειρίας του πελάτη-τουρίστα, με σκοπό να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξή τους.&#13;
Στόχος της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής είναι η εις βάθος διερεύνηση του ρόλου του Ψηφιακού Μετασχηματισμού μέσω των Νέων Προηγμένων Τεχνολογιών στις Επιχειρήσεις Φιλοξενίας στην Ελλάδα, καθώς και η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι ψηφιακές στρατηγικές και το στρατηγικό μάνατζμεντ συμβάλλουν στη βελτίωση της εμπειρίας του πελάτη-τουρίστα, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και στη δημιουργία προστιθέμενης επιχειρηματικής αξίας. Παράλληλα, η έρευνα επιδιώκει να αναδείξει τις προκλήσεις και τα εμπόδια που συνοδεύουν τη διαδικασία του Ψηφιακού Μετασχηματισμού στον κλάδο της Φιλοξενίας.&#13;
Για την επίτευξη των ερευνητικών στόχων υιοθετήθηκε ποιοτική ερευνητική προσέγγιση με κύρια μέθοδο τη Μελέτη Περίπτωσης. Η έρευνα βασίστηκε στη συστηματική συλλογή και ανάλυση δεδομένων από ελληνικές επιχειρήσεις Νέων Προηγμένων Τεχνολογιών και Επιχειρήσεις Φιλοξενίας στην Ελλάδα που έχουν προχωρήσει στην υιοθέτηση και εφαρμογή πρακτικών Ψηφιακού Μετασχηματισμού. Η επιλογή της μεθοδολογίας αυτής επέτρεψε την εις βάθος κατανόηση των στρατηγικών επιλογών, των τεχνολογικών εφαρμογών και των αποτελεσμάτων τους στην επιχειρησιακή λειτουργία και στην εμπειρία του πελάτη-τουρίστα.&#13;
Τα ευρήματα της παρούσας Διδακτορικής Διατριβής καταδεικνύουν ότι η υιοθέτηση Νέων Προηγμένων Τεχνολογιών, όπως το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (Internet of Things), οι Τεχνολογίες Υπολογιστικού Νέφους (Cloud Technologies), τα Μεγάλα Δεδομένα (Big Data), το R.AI.SA (Ρομποτική ή Ρομποτικοποίηση (Robots), η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), οι Αυτοματοποιημένες Υπηρεσίες (Service Automation), η Mixed Reality (MR) που σχετίζεται με την Επαυξημένη Πραγματικότητα (AR) και την Εικονική Πραγματικότητα (VR), καθώς και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Social Media) συμβάλλουν ουσιαστικά στη λειτουργική αποδοτικότητα των Επιχειρήσεων Φιλοξενίας, στη βελτίωση της λήψης αποφάσεων και στη παροχή εξατομικευμένης (tailor-made) και αναβαθμισμένης εμπειρίας στο πελάτη-τουρίστα. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία του στρατηγικού μάνατζμεντ και του digital marketing ως κρίσιμων παραγόντων επιτυχούς ενσωμάτωσης των ψηφιακών τεχνολογιών. &#13;
Συμπερασματικά, η παρούσα Διδακτορική Διατριβή αποδεικνύει ότι ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός δεν αποτελεί απλώς τεχνολογική καινοτομία, αλλά ολοκληρωμένη στρατηγική διαδικασία που επηρεάζει καθοριστικά την ανταγωνιστικότητα, την εμπειρία του πελάτη-τουρίστα και τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη των Επιχειρήσεων Φιλοξενίας στην ελληνική πραγματικότητα. Η έρευνα συμβάλλει τόσο στη θεωρητική κατανόηση του φαινομένου ‘‘Ψηφιακός Μετασχηματισμός μέσω των Νέων Προηγμένων Τεχνολογιών’’, όσο και στην πρακτική εφαρμογή του, προσφέροντας χρήσιμα συμπεράσματα για ερευνητές και επαγγελματίες του τουριστικού κλάδου.
</description>
<pubDate>Wed, 13 May 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19369</guid>
<dc:date>2026-05-13T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>The complex nature of firms : a meta-theoretical approach</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19167</link>
<description>The complex nature of firms : a meta-theoretical approach
Κάμπης, Αλέξανδρος Δ.
Η παρούσα διδακτορική διατριβή συνιστά μία μετα-θεωρητική διερεύνηση (meta-theoretical inquiry) της φύσης των επιχειρήσεων. Σε αντίθεση με τη συμβατική θεωρία της επιχείρησης (conventional firm theory), η οποία αναλύει τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων εντός ήδη κληρονομημένων πλαισίων (inherited frameworks), η μετα-θεωρητική διερεύνηση εξετάζει τις θεμελιώδεις παραδοχές (foundational assumptions) που καθορίζουν τι θεωρείται ότι είναι οι επιχειρήσεις, τι μπορεί να γνωσθεί γι’ αυτές και με ποιους θεμιτούς τρόπους μπορούν να αναλυθούν. Το ερευνητικό κίνητρο προκύπτει από μία επαναλαμβανόμενη διαδικασία: παρά τις δεκαετίες θεωρητικής βελτίωσης (refinement), οι υφιστάμενες θεωρίες εμφανίζουν επαναλαμβανόμενους ερμηνευτικούς περιορισμούς ως προς την προσαρμογή (adaptation), την καινοτομία (innovation), την ετερογένεια (heterogeneity) και τη δομική αστάθεια (structural instability), περιορισμούς που δεν αποτελούν συνέπειες εμπειρικών ανωμαλιών (empirical anomalies), αλλά απορρέουν από παραδοχές κληρονομημένες από ένα μηχανιστικό εννοιολογικό-θεωρητικό πλαίσιο αρχών (mechanistic paradigm), δηλαδή από ένα πλαίσιο που θέτει τις αρχές ανάπτυξης θεωριών, υποδειγμάτων και εφαρμογών. Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις εμφανίζουν τις καθοριστικές ιδιότητες των σύνθετων προσαρμοστικών συστημάτων (complex adaptive systems), όπως η ανάδυση (emergence), η εξάρτηση από τη διαδρομή (path-dependence), η σχεσιακή συγκρότηση (relational constitution) και η θεμελιώδης αβεβαιότητα (fundamental uncertainty), η εννοιολογική τους αναδιαμόρφωση (reconceptualisation) απαιτεί παρέμβαση στο επίπεδο των θεμελιωδών παραδοχών και όχι βαθμιαία επέκταση (incremental extension).&#13;
Η διατριβή υιοθετεί ως μεθοδολογία την προβληματοποίηση (problematisation), δηλαδή τη δημιουργία θεωρητικών προσθηκών (generating theoretical contributions) μέσω συστηματικής αμφισβήτησης παραδοχών (systematic assumption-challenging) και όχι μέσω εντοπισμού κενών (gap-spotting). Ενώ ο εντοπισμός κενών επεκτείνει επιμέρους βιβλιογραφίες αφήνοντας ανέπαφες τις θεμελιώδεις δεσμεύσεις, η προβληματοποίηση διερευνά τις παραδοχές υποβάθρου (background assumptions), αξιολογεί ποιες χρήζουν αμφισβήτησης και αναπτύσσει συνεκτικές εναλλακτικές. Η μεθοδολογία αυτή είναι κατάλληλη, διότι οι περιορισμοί των υφιστάμενων θεωριών της επιχείρησης (firm theory) απορρέουν από μία διάταξη παραδοχών (assumptive configuration) που απαιτεί δομική παρέμβαση και όχι μεμονωμένη παρέμβαση.&#13;
Από αυτή τη σκοπιά αναδύεται το κύριο ερευνητικό ερώτημα (primary research question): Πώς θα πρέπει να αναδιαμορφωθεί εννοιολογικά η επιχείρηση όταν οι θεμελιώδεις παραδοχές της κυρίαρχης οικονομικής θεωρητικής ανάλυσης (mainstream economic theorising) προβληματοποιούνται συστηματικά και αναδομούνται ώστε να καταστούν συμβατές με την οπτική των σύνθετων προσαρμοστικών συστημάτων (complex adaptive systems perspective); &#13;
Το ερώτημα αυτό προέκυψε από τρεις διαπιστώσεις: πρώτον, ότι τα ερμηνευτικά προβλήματα αναδύονται υπό παραδοχές κατάλληλες για κλειστά, σταθερά και αποσυνθέσιμα περιβάλλοντα· δεύτερον, ότι οι αναλύσεις επιμέρους θεμάτων δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα που απορρέουν από βαθύτερες θεμελιώδεις δεσμεύσεις και, τρίτον, ότι η κριτική από μόνη της δεν αρκεί, καθώς οι εναλλακτικές απαιτούν ρητές παραδοχές-υποθέσεις αντικατάστασης (replacement assumptions).&#13;
 Πέντε δευτερεύοντα ερωτήματα (subsidiary questions) εξειδικεύουν τη διερεύνηση: ο εντοπισμός παραδοχών και η διαγνωστική αξιολόγηση (SQ1-SQ2), καθώς και η οντολογική, επιστημολογική και μεθοδολογική αναδόμηση (SQ3-SQ5). Μέσω του πλαισίου μετασχηματισμού ΑΠΟ→ΠΡΟΣ (FROM→TO transformation framework), η διατριβή αναπτύσσεται σε τρεις κινήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν στα διαγνωστικά, ανασκευαστικά (reconstructive) και αξιολογικά στάδια της προβληματοποίησης (problematisation).&#13;
Πρώτον, εντοπίζεται η αρχιτεκτονική των παραδοχών (assumptive architecture) της κυρίαρχης θεωρίας της επιχείρησης. Η αρχιτεκτονική αυτή συγκροτείται από δεκαπέντε αλληλοδιαπλεκόμενες παραδοχές, κατανεμημένες μεταξύ του «σκληρού πυρήνα» κατά Lakatos (Lakatosian hard core), δηλαδή θεμελιωδών δεσμεύσεων που αντιμετωπίζονται ως μεθοδολογικά αδιάψευστες (methodologically irrefutable), και της προστατευτικής ζώνης (protective belt). Ο σκληρός πυρήνας αποτελείται από πέντε οντολογικές παραδοχές: αναγωγισμός (reductionism), ντετερμινισμός (determinism), οντολογία της ουσίας (substance ontology), παραδοχή συστημικής πληρότητας και περιχαράκωσης (closure) και ατομισμός (atomism). Περιλαμβάνει επίσης τέσσερις επιστημολογικές παραδοχές: βεβαιότητα (certainty), καθολικοί νόμοι (universal laws), μονισμός (monism) και τέλεια πληροφόρηση (perfect information). Η προστατευτική ζώνη περιλαμβάνει έξι παράγωγες δεσμεύσεις: ισορροπία (equilibrium), γραμμικότητα (linearity), ομοιογένεια (homogeneity), εργοδικότητα (ergodicity), βελτιστοποίηση (optimisation) και αποσυνθεσιμότητα (decomposability). Τρεις βρόχοι ενισχυτικής ανατροφοδότησης (reinforcing feedback loops) διαπλέκονται σε κόμβους υψηλής κεντρικότητας (high-centrality nodes), παράγοντας μία τριπλά κλειδωμένη αρχιτεκτονική (triple-locked architecture) που εξηγεί γιατί η αποσπασματική μεταρρύθμιση (piecemeal reform) αποτυγχάνει: ο διατηρούμενος σκληρός πυρήνας αναπαράγει τις αμφισβητούμενες παράγωγες δεσμεύσεις ή απορροφά τις τροποποιήσεις ως ειδικές περιπτώσεις (special cases).&#13;
Δεύτερον, αναπτύσσεται ένα εναλλακτικό θεμελιώδες πλαίσιο παραδοχών (alternative assumption ground) μέσω συντονισμένων μετασχηματισμών ΑΠΟ→ΠΡΟΣ (FROM→TO transformations). Σε οντολογικό επίπεδο, η αναδυόμενη ολότητα (emergent wholeness) αντικαθιστά τον αναγωγισμό (reductionism), η οντολογία της διαδικασίας (process ontology) αντικαθιστά την οντολογία της ουσίας (substance ontology), η σχεσιακή πρωτοκαθεδρία (relational primacy) αντικαθιστά τον ατομισμό (atomism), η θερμοδυναμική ανοικτότητα (thermodynamic openness) αντικαθιστά την παραδοχή συστημικής πληρότητας και περιχαράκωσης (closure), και το μεσο-επίπεδο (meso-level) αποκαθίσταται ως προνομιακή αναλυτική κλίμακα (privileged analytical scale). Σε επιστημολογικό επίπεδο, η θεμελιώδης αβεβαιότητα (fundamental uncertainty) αναγνωρίζεται ως οντολογική συνθήκη, η πλοήγηση βάσει προτύπων (pattern-based navigation) αντικαθιστά τη γνώση που εστιάζει στην πρόβλεψη (prediction-centred knowledge), και η πλαισιωμένη ορθολογικότητα (scaffolded rationality) αντικαθιστά την απεριόριστη βελτιστοποίηση (unbounded optimisation). Σε μεθοδολογικό επίπεδο, ο δομημένος πλουραλισμός (structured pluralism) αντικαθιστά τον μονισμό (monism). Οι εναλλακτικές αυτές συγκροτούν μία αμοιβαία ενισχυόμενη αρχιτεκτονική, καθώς η ανάδυση (emergence) προϋποθέτει σχεσιακή συγκρότηση (relational constitution), η οντολογία της διαδικασίας (process ontology) συνεπάγεται ανοικτότητα (openness), και η θεμελιώδης αβεβαιότητα (fundamental uncertainty) απορρέει από τη μη εργοδικότητα (non-ergodicity), συγκροτώντας έτσι έναν σκληρό πυρήνα κατά Lakatos (Lakatosian hard core) ως γνήσια εναλλακτική στο επίπεδο του εννοιολογικού-θεωρητικού πλαισίου.&#13;
Τρίτον, αξιολογείται κατά πόσον η εναλλακτική αυτή παράγει μία πειστική θεωρητική σύλληψη. Η εννοιολογική αυτή αναδιαμόρφωση (reconceptualisation) αποδίδει μία μετασχηματισμένη κατανόηση των επιχειρήσεων ως ιστορικά εξελισσόμενων, ανοικτών, πολυεπίπεδων διαδικασιακών προτύπων (process-patterns), δηλαδή ως σχεσιακά συγκροτημένων διαμορφώσεων (relationally constituted configurations), των οποίων η ταυτότητα συνίσταται σε αυτοαναπαραγόμενη δραστηριότητα και όχι σε σταθερή ουσία (fixed essence), των οποίων τα όρια λειτουργούν ως εκλεκτικές μεμβράνες (selective membranes), των οποίων οι ικανότητες αναδύονται από σχεσιακές διαμορφώσεις (relational configurations), και των οποίων η εξέλιξη ακολουθεί τροχιές εξαρτώμενες από τη διαδρομή (path-dependent trajectories). Ιδιότητες που οι μηχανιστικές παραδοχές (mechanistic assumptions) καθιστούν αόρατες, όπως η ανάδυση (emergence), η  αιτιακή επίδραση του όλου στα μέρη (downward causation), η εξάρτηση από τη διαδρομή (path-dependence) και η προσαρμοστική ένταση (adaptive tension), καθίστανται πλέον αναλυτικά προσβάσιμες.&#13;
Η εννοιολογική αυτή αναδιαμόρφωση μετασχηματίζει όχι μόνο τις απαντήσεις, αλλά και την ίδια τη φύση των ερωτημάτων. Στη στρατηγική διοίκηση (strategic management), το βιώσιμο πλεονέκτημα (sustainable advantage) παραχωρεί τη θέση του στην προσαρμοστική ικανότητα (adaptive capacity), ενώ η στρατηγική (strategy) καθίσταται πλοήγηση (navigation) αντί βελτιστοποίησης (optimisation). Στον οργανωσιακό σχεδιασμό (organisational design), η παρέμβαση που στηρίζεται στον έλεγχο (control-based intervention) παραχωρεί τη θέση της στη διαμόρφωση συνθηκών που επιτρέπουν την ανάδυση (enabling conditions for emergence). Στην οικονομική μεθοδολογία (economic methodology), ο θεωρητικός μονισμός (theoretical monism) υποχωρεί υπέρ ενός δομημένου πλουραλισμού (structured pluralism) υπό ρητώς καθορισμένους όρους ισχύος και εφαρμογής (explicit scope conditions).&#13;
Η διατριβή αναπτύσσεται υπό ρητούς περιορισμούς (explicit constraints), οι οποίοι συνιστούν επιλογές σχεδιασμού (design choices) κατάλληλες για εργασία στο επίπεδο του εννοιολογικού-θεωρητικού πλαισίου (Ρaradigm-level work): καθαρή θεωρία (pure theory) χωρίς εμπειρική δοκιμή (empirical testing), δεδομένου ότι η θεμελιώδης αναδόμηση πρέπει να προηγείται κάθε ουσιαστικού ελέγχου· περιορισμό του πεδίου στην επιχείρηση ως σύνθετο προσαρμοστικό σύστημα (firm-as-CAS) στο μεσο-επίπεδο (meso-level)· και περιορισμένες αξιώσεις πρόβλεψης (modest predictive ambitions) υπό συνθήκες μη εργοδικότητας (non-ergodicity). Οι περιορισμοί αυτοί δεν συνιστούν αδυναμίες, αλλά διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω ερευνητικά προγράμματα, όπως η εμπειρική διερεύνηση φαινομένων του μεσο-επιπέδου, η περαιτέρω μεθοδολογική εξειδίκευση του δομημένου πλουραλισμού (structured pluralism) και η ανάπτυξη ερευνών μελετών περίπτωσης (case-based research) που προσεγγίζουν τις επιχειρήσεις ως εξελισσόμενα πρότυπα οργανωμένων διεργασιών (process-patterns). Τα προγράμματα αυτά καθίστανται εφικτά μέσω της αναδομητικής αλληλουχίας (reconstructive cascade) που εισάγει η διατριβή.
</description>
<pubDate>Wed, 01 Apr 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19167</guid>
<dc:date>2026-04-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
<item>
<title>Real-time monitoring of data streams using machine learning techniques for optimizing decision making</title>
<link>https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19100</link>
<description>Real-time monitoring of data streams using machine learning techniques for optimizing decision making
Skarlatos, Kyriakos; Σκαρλάτος, Κυριάκος
Η ραγδαία ανάπτυξη των μεγάλων δεδομένων (big data) οφείλεται πρωτίστως στην&#13;
εντεινόμενη ψηφιοποίηση της πληροφορίας και στη διευρυμένη χρήση συσκευών συλ-&#13;
λογής δεδομένων. Καθώς οι τεχνολογικές εξελίξεις επιταχύνονται, ο όγκος, η ποικι-&#13;
λομορφία και η ταχύτητα παραγωγής δεδομένων αυξάνονται, διαμορφώνοντας το πε-&#13;
δίο της ανάλυσης μεγάλων δεδομένων (big data analytics), το οποίο στοχεύει στην&#13;
εξαγωγή ουσιαστικής πληροφορίας από εκτεταμένα σύνολα δεδομένων. Ο ολοένα αυ-&#13;
ξανόμενος όγκος δεδομένων συνεπάγεται σημαντικές ευκαιρίες, αλλά ταυτόχρονα ει-&#13;
σάγει και ουσιώδεις μεθοδολογικές και υπολογιστικές προκλήσεις. Στο πλαίσιο της&#13;
Στατιστικής Παρακολούθησης Διεργασιών (Statistical Process Monitoring -- SPM), η&#13;
ανάλυση δεδομένων υψηλής διαστατικότητας συχνά οδηγεί στο φαινόμενο της «κατά-&#13;
ρας της διαστατικότητας» (curse of dimensionality), όπου η αραιότητα των δεδομένων&#13;
(data sparsity) δυσχεραίνει την ανίχνευση ουσιωδών προτύπων και ανωμαλιών. Επιπρο-&#13;
σθέτως, η παρακολούθηση πολύπλοκων αλληλεξαρτήσεων μεταξύ πολλών μεταβλητών&#13;
καθιστά ανεπαρκείς τις παραδοσιακές μονομεταβλητές προσεγγίσεις και επιβάλλει την&#13;
υιοθέτηση προηγμένων μεθόδων. Η Πολυμεταβλητή Στατιστική Παρακολούθηση Διερ-&#13;
γασιών (Multivariate Statistical Process Monitoring -- MSPM) ανταποκρίνεται σε αυτή&#13;
την ανάγκη μέσω της χρήσης εργαλείων όπως τα πολυμεταβλητά διαγράμματα ελέγχου&#13;
και ειδικότερα το διάγραμμα T2&#13;
του Hotelling, το οποίο αποτυπώνει τη συλλογική συ-&#13;
μπεριφορά συσχετισμένων μεταβλητών ποιότητας. Η εφαρμογή τέτοιων διαγραμμάτων σε&#13;
περιβάλλοντα πραγματικού χρόνου και υψηλής διαστατικότητας συνοδεύεται από ιδιαί-&#13;
τερες δυσκολίες, οι οποίες απορρέουν από τις αυξημένες υπολογιστικές απαιτήσεις και&#13;
την ανάγκη ταχείας λήψης αποφάσεων (decision-making) κατά την επεξεργασία εκτετα-&#13;
μένων ροών δεδομένων (data streams). Μια δυνητική κατεύθυνση αντιμετώπισης των&#13;
δυσκολιών αυτών είναι ο συνδυασμός των παραδοσιακών τεχνικών MSPM με σύγχρο-&#13;
νες μεθόδους μηχανικής μάθησης, με στόχο την ενίσχυση της προσαρμοστικότητας και&#13;
της ανιχνευτικής ικανότητας των συστημάτων παρακολούθησης διεργασιών. Ωστόσο, η&#13;
ενοποίηση των δύο πλαισίων εγείρει κρίσιμα ζητήματα, όπως η ερμηνευσιμότητα των υπο-&#13;
δειγμάτων, η επιλογή κατάλληλων χαρακτηριστικών και η συνεκτική ενσωμάτωση των&#13;
αποτελεσμάτων σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Στην παρούσα διατριβή προτείνεται&#13;
μια σύγχρονη και ανθεκτική μέθοδος πολυμεταβλητής παρακολούθησης διεργασιών, η&#13;
οποία εμπνέεται από τεχνικές δεικτών εγκυρότητας συστάδων (cluster validity indexing&#13;
techniques). Η απόδοση της προτεινόμενης μεθόδου αξιολογείται και συγκρίνεται τόσο&#13;
με τα κλασικά πολυμεταβλητά διαγράμματα ελέγχου που βασίζονται στη στατιστική T2&#13;
του Hotelling, όσο και με μία σειρά δεικτών που προέρχονται από το πεδίο της ανάλυσης&#13;
συστάδων, όπως οι δείκτες Dunn, Silhouette, Calinski--Harabasz και Davies--Bouldin.&#13;
Εκτενείς μελέτες προσομοίωσης καταδεικνύουν ότι η προτεινόμενη προσέγγιση υπερτε-&#13;
ρεί των υφιστάμενων μεθόδων, ιδίως σε σενάρια ολίσθησης του μέσου (mean drifting)&#13;
και μεταβολών που σχετίζονται με την πυκνότητα, όταν εξετάζονται ροές δεδομένων&#13;
με ισχυρά συσχετισμένα χαρακτηριστικά. Τέλος, παρουσιάζονται ενδεικτικές εφαρμογές&#13;
σε πραγματικά προβλήματα, στις οποίες αξιοποιούνται συνδυαστικά στατιστικές τεχνι-&#13;
κές και τεχνικές μηχανικής μάθησης, αναδεικνύοντας τη χρηστικότητα της προτεινόμε-&#13;
νης μεθοδολογίας σε πρακτικά περιβάλλοντα. Από τις μελέτες προσομοίωσης έως τις&#13;
εφαρμογές σε πραγματικά δεδομένα, η διατριβή επιδιώκει να γεφυρώσει τις έννοιες της&#13;
στατιστικής και της μηχανικής μάθησης, με τη δεύτερη να αντλεί εργαλεία και μεθο-&#13;
δολογίες από την πρώτη, διαμορφώνοντας ένα ενοποιημένο πλαίσιο για τη στατιστική&#13;
παρακολούθηση διεργασιών σε συνθήκες μεγάλων δεδομένων.
</description>
<pubDate>Sun, 01 Mar 2026 00:00:00 GMT</pubDate>
<guid isPermaLink="false">https://dione.lib.unipi.gr/xmlui/handle/unipi/19100</guid>
<dc:date>2026-03-01T00:00:00Z</dc:date>
</item>
</channel>
</rss>
